Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ στην αυτοδιοίκηση

Αν θέλαμε να περιγράψουμε συνοπτικά το μείζον πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών που πλησιάζουν σε λίγους μήνες, θα παραφράζαμε τη γνωστή λαϊκή ρήση: Όσους δεν εκλέγει ο Τσίπρας, τους κάνει βλαχοδημάρχους. Η επίμαχη αναφορά στους «βλαχοδημάρχους» από την ομιλία του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ στην τελευταία Κεντρική Επιτροπή, δεν ήταν ασφαλώς τυχαία, ούτε και αναφέρθηκε εν τη ρύμη του λόγου. Άλλωστε, υπήρχε στο επίσημο κείμενο της ομιλίας του που μοιράστηκε στον Τύπο. Αντανακλά όμως η ρητορική αυτή υπερβολή μια διπλή πρόδηλη αδυναμία: Πρώτον, τη σημερινή δυσκολία που έχει η σύναψη πολιτικών συμμαχιών σε τοπικό επίπεδο που παλιότερα έφερναν καλά εκλογικά αποτελέσματα στην Κουμουνδούρου. Και δεύτερον, την πρωτοφανή για κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης προοπτική να οδεύει προς την κεντρική εξουσία χωρίς να έχει εκλέξει δήμαρχο σε ένα από τα μεγάλα αστικά κέντρα ή τις μείζονες περιφέρειες.

Όσους δεν εκλέγει ο Τσίπρας, τους κάνει …βλαχοδημάρχους

Δύο είναι τα στοιχεία που δυσκολεύουν αφάνταστα το ηγετικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, στο θεσμικό πεδίο όπου έχει επιλέξει να δραστηριοποιείται: Η σύμπτωση των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών με τις ευρωκάλπες από τη μία και η προοπτική αλλαγής του τρόπου εκλογής των τοπικών αρχών από την άλλη.

Ο μέχρι στιγμής σχεδιασμός της κυβέρνησης μεθοδεύει οι κάλπες τον Μάιο του 2014 να είναι διπλές. Σε αυτή την περίπτωση όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να απολέσει τον αέρα νίκης που θα εξασφάλιζε αν οι ψηφοφόροι καλούνταν μόνο να στείλουν εκπροσώπους στις Βρυξέλλες. Παραδοσιακά οι ευρωεκλογές αποτελούν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, ακόμη και τα πιο μικρά, να καρπωθούν με ποσοστά και έδρες το αντικυβερνητικό κλίμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ίδιο θα συμβεί και στην ερχόμενη αναμέτρηση. Μια όμως επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως σήμερα αναμένεται, θα μετριαστεί αν οι τοπικές εκλογές βγάλουν το αντίθετο αποτέλεσμα! Και γιατί να μην γίνει κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που το πολιτικοποιημένο κλίμα εκτονωθεί στα ευρωψηφοδέλτια, ενώ αντιθέτως κυριαρχήσουν τα αυτοδιοικητικά κριτήρια στις εκλογές για Δήμους και περιφέρειες.

Επιπλέον, την προοπτική αυτή υπηρετεί η μεθόδευση της ΝΔ και του υπουργείου Εσωτερικών να τροποποιήσει ριζικά το σχετικό εκλογικό νόμο. Αν υιοθετηθεί το σενάριο που προωθεί η κυβέρνηση, με μία λίστα υποψηφίων δημάρχων και άλλη μία με υποψηφίους δημοτικούς συμβούλους και αντίστοιχα σε επίπεδο περιφέρειας, τότε οι τοπικές εκλογές θα αποπολιτικοποιηθούν περαιτέρω, καθώς θα καταργηθούν οι συνδυασμοί, που μέχρι σήμερα μέσω του κομματικού «χρίσματος» μπορούσαν να συνδέουν τα αποτελέσματα των δήμων με το κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Αντιθέτως, η λίστα με υποψηφίους δημάρχους θα έχει μια διπλή επίπτωση: Αφενός, θα ευνοήσει τις συμπράξεις μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ επί ενός προσώπου, δίνοντας στα κυβερνητικά κόμματα μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Αφετέρου, θα μετατρέψει τις δημοτικές εκλογές σε πασαρέλα γνωστών και αναγνωρίσιμων προσωπικοτήτων, υπονομεύοντας το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ να υποστηρίξει δικές του υποψηφιότητες με νέα και άφθαρτα στελέχη. Πρόσθετο εμπόδιο για το τμήμα που σχεδιάζει την αυτοδιοικητική παρουσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι η πρόβλεψη που σχεδιάζεται να μπορεί να εκλεγεί δήμαρχος ή περιφερειάρχης από την πρώτη Κυριακή, αν συγκεντρώσει το 42%.

Η σχετική απόφαση που έλαβε συλλογικά το κεντρικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ την προηγούμενη εβδομάδα κάνει λόγο για «πλατιά εκλογική συνεργασία», με τη διευκρίνιση όμως ότι αυτή «δεν μπορεί να αφορά ούτε φθαρμένα κόμματα, ούτε αναξιόπιστα πρόσωπα, ούτε μνημονιακού τύπου πολιτικές». Μέχρι σήμερα οι δυνάμεις του Συνασπισμού στην αυτοδιοίκηση επέλεγαν να συνάπτουν ελεύθερα τοπικές συμμαχίες με υποψηφίους που υποστηρίζονταν και από το ΠΑΣΟΚ, με εξαίρεση τους κεντρικούς δήμους και όλες τις περιφέρειες, όπου προωθούνταν αμιγώς κομματικοί υποψήφιοι. Αυτή η ευέλικτη τακτική θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί αυτή τη φορά, μετά τη μνημονιακή στροφή του ΠΑΣΟΚ και τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση. Από μόνο του αυτό όμως μπορεί να στερήσει επιπλέον εκλεγμένους του ΣΥΡΙΖΑ στην αυτοδιοίκηση.

Οι δυσκολίες αυτές μεταφράζονται σε αδυναμία εξεύρεσης προσώπων που είναι ταυτόχρονα αναγνωρίσιμα αλλά και ταυτισμένα με την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Στελέχη πρώτης γραμμής ή εκλεγμένοι βουλευτές θεωρούν υποβάθμισή τους και αρνούνται τη συμμετοχή τους στον αυτοδιοικητικό αγώνα. Ένα παράδειγμα είναι η Νάντια Βαλαβάνη, που δέχεται πιέσεις από τοπικά στελέχη για κάθοδο σε τρεις δήμους. Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του κόμματος μελετά την πιθανότητα να προωθήσει στο άχαρο όπως αποδεικνύεται αυτό γήπεδο, ανθρώπους της αριστερής αντιπολίτευσης. Με αυτό τον τρόπο, μπορεί από ενδεχόμενη ήττα να βγει τουλάχιστον ένα εσωκομματικό όφελος!

 

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 8-9-2013)

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s