Προορισμός Βερολίνο, από την Αθήνα του ΔΝΤ

Πέντε κράτη, μία πρωτεύουσα

Τείχος, Πύλη Βρανδεμβούργου, Χίτλερ, Ράιχσταγκ, βομβαρδισμοί. Ποιες είναι λέξεις κλειδιά για το Βερολίνο; Όλες κατά ένα περίεργο τρόπο συνδέονται με μεγάλες στιγμές στην ιστορία, αλλά και καθοριστικούς σταθμούς για τη χώρα μας και όχι μόνο. Δεν είναι τυχαίο μάλλον που ενώ οι πολιτικές συνθήκες τριγύρω μεταβάλλονται ριζικά ανά τους αιώνες, το Βερολίνο μένει πάντα στο επίκεντρο. Πέντε κρατικές οντότητες είχαν στην ιστορία πρωτεύουσά τους το Βερολίνο: Το Βρανδεμβούργο, το Βασίλειο της Πρωσίας, το Τρίτο Ράιχ, η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και η σημερινή ενωμένη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μπορούμε να φανταστούμε μέλη της πρωσσικής αυτοκρατορικής αυλής, αξιωματικούς των Ες Ες, κυβερνητικά στελέχη στο Πολιτικό Γραφείο του Σοσιαλιστικού Ενωτικού Κόμματος αλλά και σημερινούς υπουργούς της Άνγκελα Μέρκελ να κάνουν την πρωινή τους βόλτα δίπλα από τον ποταμό Σπρέε.

Η πύλη του Βρανδεμβούργου

Ο Γερμανός, ο Έλληνας και ο λογαριασμός

Τρόικα, Μέρκελ, Μνημόνιο, ευρώ. Αυτές οι λέξεις – κλειδιά δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τη σημερινή περιγραφή της Γερμανίας και του Βερολίνου, τουλάχιστον αν το ταξίδι ξεκινά από την Αθήνα της κρίσης και του ΔΝΤ. Είναι λοιπόν αλήθεια: Μας έχει περάσει στο υποσυνείδητο ένα τέτοιο ενοχικό σύμπλεγμα που από το πρώτο λεπτό στο αεροδρόμιο Τέγκελ αισθάνεσαι σαν έχεις διαπράξει κάτι το απαγορευμένο, για πολίτη μιας χώρας υπό οικονομική επιτήρηση και αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. «Έλληνας τουρίστας, το πιο σύντομο ανέκδοτο», θα λέγαμε…

Κυκλοφορεί στο Βερολίνο και μου μετέφερε Έλληνας που ζει στη Γερμανία το εξής χαρακτηριστικό ανέκδοτο: Ένας Ιταλός λέει, ένας Ισπανός κι ένας Έλληνας πάνε σ’ ένα εστιατόριο. Τρώνε, πίνουν κι ευχαριστούνται κι έρχεται η ώρα του λογαριασμού. Ποιος πληρώνει; Απάντηση, ο Γερμανός!

Ο Πύργος του Βερολίνου, ύψους 368 μέτρων


Μια ευρύτερη αντίληψη που κυριαρχεί σήμερα στη Γερμανία είναι ότι οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, χωρίς παραγωγική βάση και με μια αντι-εργασιακή κουλτούρα, κατάφεραν να επιζήσουν και να δημιουργήσουν έναν υλικό πλούτο βασιζόμενες στον υπερδανεισμό και την οικονομική επιείκεια των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών, δηλαδή της Γερμανίας. Στις εφημερίδες, στις καθημερινές συζητήσεις ο αφορισμός αυτός κυριαρχεί.

Το ιδεολόγημα αυτό έχει φυσικά μια πραγματική αφετηρία. Το γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του 1990 η Γερμανία υπό την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Γκέρχαρτ Σρέντερ προέβη πρώτη από όλους σε μια άνευ προηγουμένου «εσωτερική υποτίμηση», χτυπώντας αλύπητα τους μισθούς, το συνταξιοδοτικό σύστημα και το κοινωνικό κράτος που ίσχυε μέχρι τότε για τους Γερμανούς. Το πολιτικό αυτό πρόγραμμα που πήρε το όνομα «Ατζέντα 2010», ήταν φυσικά πολύ επώδυνο, ωστόσο εκτίναξε το συγκριτικό πλεονέκτημα της Γερμανίας στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών οικονομιών. Οι Γερμανοί ήταν οι πρώτοι που ένιωσαν στο πετσί τους και προκαταβολικά τις συνέπειες της κρίσης και τώρα γελούν χαιρέκακα με τους υπόλοιπους.

Γεγονός επίσης παραμένει ότι η χώρα αυτή είναι υπερ-ανεπτυγμένη βιομηχανικά και ανέκαθεν χρησιμοποιούσε την πολιτική της ισχύ προκειμένου να εδραιώσει και την οικονομική της κυριαρχία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ίσως δεν υπάρχει γι’ αυτή την τάση, από το αναγκαστικό δάνειο που υποχρεώθηκε η υπόδουλη στους ναζί Ελλάδα να καταβάλλει στη γερμανική κρατική τράπεζα το 1942, ύψους 3,5 δισ, μάρκων.

Αλεξάντερπλατς η καρδιά του Ανατολικού Βερολίνου

Ομιλείτε Αγγλικά;

Όλα αυτά ανήκουν φυσικά στο παρελθόν. Παρόλ’ αυτά, η αυτοκρατορική ιστορία αιώνων και η σημερινή ηγεμονική θέση της χώρα τους στη διακρατική σκακιέρα έχουν αφήσει στους σύγχρονους Γερμανούς έναν εμφανή σοβινισμό. Αδιανόητο θα ήταν φυσικά για μας, εδώ στην Ελλάδα που «ζει» από τον τουρισμό, υπάλληλοι μουσείου να μην μπορούν να συνεννοηθούν στα Αγγλικά. Συνέβη όμως στο Βερολίνο! Σε έναν απλούστατο διάλογο, η ερώτηση στα Αγγλικά «τι ώρα κλείνει το μουσείο;», είχε απάντηση μόνο στα Γερμανικά: «um achtzehn Uhr», δηλαδή στις 6.

Μια δεύτερη προσπάθεια για συνεννόηση σ’ αυτήν που θεωρείται παγκόσμια και κυρίαρχη γλώσσα, την Αγγλική, έπεσε στο κενό: Μέσα στο χαμό του κεντρικού σταθμού της Αλεξάντερπλατς χρειαζόμουν την πληροφορία αν ένα τρένο στην πλατφόρμα έφτανε στο Σαρλότενμπουργκ, την περιοχή με το αυτοκρατορικό ανάκτορο της πρωσσικής δυναστείας, όπου σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Ρώτησα στα Αγγλικά. «Ich verstehe nicht», «δεν καταλαβαίνω», μου απάντησε μια συμπαθής μεσήλικας. Έκτοτε, επιστράτευσα τα λίγα Γερμανικά μου στις καθημερινές συνεννοήσεις, πρωτοβουλία που αποδείχτηκε ότι ανοίγει απίστευτα πολλές πόρτες στην αμοιβαία κατανόηση αλλά και τη διάθεση.

Ο δρόμος προς το πρωσσικό ανάκτορο Σαρλότενμπουργκ, που λειτουργεί ως μουσείο


Αθήνα – Βερολίνο,
τόσο μακριά, τόσο κοντά

Στο Βερολίνο διαψεύδονται τα στερεότυπα. Ότι οι Γερμανοί δεν καπνίζουν. Ότι σέβονται ευλαβικά τους νόμους και τους κανονισμούς. Ότι σέβονται την καθαριότητα και την τάξη. Μια εξήγηση είναι ότι η πόλη αυτή σφύζει από ξένους επισκέπτες, τουρίστες, μετανάστες, φοιτητές. Είναι η μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας, με 3,4 εκατομμύρια κατοίκους, κι όμως οι επισκέπτες της κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Πέρα από τον πολυεθνικό χαρακτήρα, φαίνεται ότι σαν αυτόνομη οντότητα ανάμεσα στα υπόλοιπα ομόσπονδα κρατίδια, το Βερολίνο διατήρησε έναν περισσότερο ελευθεριακό χαρακτήρα, κάτι σαν έναν αέρα μιας παγκόσμιας κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας μέσα σε ένα σύνολο συντηρητικών πόλεων.

Η γκλαμουριά των Γκαλερί Λαφαγιέτ δεν αρκεί για να πληρωθούν οι καθαρίστριες που ζητούν κέρματα στις τουαλέτες

Δεν φαντάζομαι εκτός Βερολίνου οδηγούς λεωφορείου να περνούν με κόκκινο τα φανάρια, όπως με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα. Ξαφνικά, κι άλλα μικρά στοιχεία με έκαναν να αισθανθώ οικεία, σαν το σπίτι μου. Όταν για παράδειγμα στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, τον S-Bahn, ζητιάνοι διέτρεχαν τα βαγόνια επιδεικνύοντας μάλιστα σε κακοδιατηρημένες φωτοτυπίες κάποια ντοκουμέντα υποτίθεται για την κακή κατάσταση της υγείας τους. Αλλά και όταν στους σταθμούς του μετρό, τον U-Bahn, πλανόδιοι μουσικοί με κλαρίνο ζητούσαν λίγα κέρματα από τους περαστικούς. Πίστευα μέχρι τώρα ότι ήταν βαθύς επαρχιωτισμός και σημάδι κοινωνικής παρακμής το γεγονός ότι σε αρκετές δημόσιες τουαλέτες στην Ελλάδα υπάρχουν γυναίκες καθαρίστριες που περιμένουν καθισμένες τα ψιλά μας στην έξοδο. Το είδα όμως και στο Βερολίνο, όχι μάλιστα σε καμιά σκοτεινή γωνιά της πόλης, αλλά στο περίφημο εμπορικό κέντρο Galleries Lafayette.

Πρόσεξα μάλιστα ότι το κίνημα «δεν πληρώνω» έχει και τους Βερολινέζους συντρόφους. Σπάνια στα λεωφορεία κάποιος χτυπούσε εισιτήριο. Στο μετρό οι περισσότεροι περνούσαν «αεράτοι» από τα ακυρωτικά μηχανήματα. Για τρία 24ωρα που χρησιμοποιούσα μανιωδώς μέσα μαζικής μεταφοράς, τουλάχιστον για 6 μεταφορές τη μέρα, δεν συνάντησα ούτε έναν ελεγκτή! Να έχουν όλοι κάρτες απεριορίστων ή να σκέφτηκαν αυτό που εκ των υστέρων σκέφτηκα κι εγώ; Κλονίστηκαν όμως κι άλλες βεβαιότητες. Πίστευα μέχρι στιγμής ότι το πράσινο λερωμένο πλακάκι στο σταθμό Βικτώρια του ηλεκτρικού της Αθήνας είναι κάτι σαν εθνικό μας φετίχ, σήμα κατατεθέν της ελληνικής κακογουστιάς. Κι όμως, ήταν και στο Βερολίνο ο πρωταγωνιστής σε δύο σταθμούς. Ακριβώς στην απόχρωση της λίγδας που αφήνουν τα χρόνια!

«Zurück bleiben bitte»

Τα ιδιόρρυθμα φανάρια συγκεντρώνουν όλα τα βλέμματα


Το Βερολίνο βέβαια δεν είναι σαν την Αθήνα. Υπάρχουν δομικές διαφορές. Το σήμα όταν κλείνουν οι πόρτες στο μετρό της Αθήνας είναι σαν να λέει «τρέχα όσο μπορείς για να μπεις». Στο μετρό του Βερολίνου πριν κλείσουν οι πόρτες μια φωνή προτρέπει για το αντίθετο, όταν λέει «zurück bleiben bitte», που σημαίνει «παρακαλώ μείνετε πίσω». Οι Βερολινέζοι «Σταμάτης» και «Γρηγόρης» στα φανάρια μοιάζουν να βγήκαν από άλλη εποχή με τα καπελάκια τους και την ασυνήθιστη στάση. Αλλά και οι …κουβέρτες που υπάρχουν στα τραπεζάκια των καφέ που βρίσκονται σε εξωτερικούς χώρους, μας θυμίζουν συνεχώς ότι εκεί είναι διαφορετικό το κλίμα.

Η σχέση των Γερμανών με το παρελθόν είναι ένα ζήτημα που ξεχωρίζει. Από την αρχιτεκτονική των σπουδαιότερων μνημείων και των σημαντικότερων κτιρίων καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι το κλασικό ελληνορωμαϊκό παρελθόν έχει βαθιές ρίζες στη Γερμανία. Οι κίονες του Ράιχσταγκ, των μεγαλύτερων μουσείων, ακόμα και οι πύλες του Βρανδεμβούργου έχουν κλασική αισθητική και ρυθμούς.

Μια ολόκληρη πολιτεία ξεσήκωσαν οι Γερμανοί από την Πέργαμο για να εκτεθεί στις αίθουσες του ομώνυμου μουσείου


Ραγίζει φυσικά η καρδιά στα μεγάλα μουσεία. Στο σπουδαιότερο, το Μουσείο της Περγάμου, εκτίθενται ολόκληρα κολοσσιαία κτίσματα μέσα στις χαώδεις αίθουσες. Αρχαιότητες από την κλασική και την ύστερη περίοδο, μνημεία του αραβικού πολιτισμού, όλα προϊόντα κλοπής και αρπαγής, κοσμούν μεγαλοπρεπή τμήματα. Θα είχαν την ίδια τύχη και την ίδια προβολή οι αρχαιότητες αυτές, αν αφήνονταν στην ιδιοκτησία και τη φροντίδα των λαών τους; Αυτό το αναπάντητο ερώτημα είναι το μόνο επιχείρημα των Γερμανών.

Από τις «Ζωές των άλλων»
στο «Goodbye Lenin»

Υπάρχει όμως και η σύγχρονη ιστορία που αποδεικνύει ότι οι Γερμανοί μιλούν και συζητούν ανοιχτά για το πρόσφατο παρελθόν τους κι ας ήταν επώδυνο. Μια από τις κυριότερες στιγμές του Βερολίνου στον αιώνα που πέρασε είναι φυσικά η ανέγερση του Τείχους και η διάσπαση της χώρας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα. Τείχος δεν υπάρχει πια, αλλά στην περίφημη οδό Friedrichstrasse, το σημείο ελέγχου με το αμερικανικό φυλάκιο παραμένει ως έχει, σαν αποκολλημένη εικόνα από ένα σκοτεινό παρελθόν. Η ίδια η ιστορία της Ανατολικής Γερμανίας είναι αντικείμενο κριτικής και συζήτησης που όπως είναι φυσικό, συγκεντρώνει το δημόσιο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια κρατική οντότητα, με την κουλτούρα και την καθημερινότητά της, που έσβησε εντελώς ξαφνικά, με κυριότερο σταθμό στην πορεία φθοράς της το γκρέμισμα του τείχους τον Νοέμβριο του 1989.

Η τελευταία λέξη στη μουσειολογία, το διαδραστικό Μουσείο της Ανατολικής Γερμανίας, δίπλα στον ποταμό Σπρέε


Την Ανατολική Γερμανία έχει σαν θέμα το DDR Museum το πρώτο διαδραστικό μουσείο, κάτι σαν
την …τελευταία λέξη στη μουσειολογία. Βεβαίως το ο Βερολίνο θεωρείται η πρωτεύουσα των μουσείων, καθώς διαθέτει πάνω από 170. Φυσικά, υπάρχουν και …απάτες όπως το Μουσείο Currywurst, όπως λέγεται ένα δημοφιλές πρόχειρο έδεσμα, που αποτελείται από λουκάνικο με σάλτσα ντομάτας και κάρι. Όμως το DDR Museum ξεχωρίζει. Ο επισκέπτης ενθαρρύνεται να αγγίξει, να χρησιμοποιήσει τα εκθέματα. Να πιάσει το τιμόνι και να πατήσει γκάζι σε ένα Traband, το αυτοκίνητο – σήμα κατατεθέν της Ανατολικής Γερμανίας. Να πάρει τα ακουστικά και να κρυφακούσει υποκλοπές επικοινωνιών που αποσπούσε η Στάζι. Να ανοίξει την ντουλάπα με τα πιο δημοφιλή ρούχα που παρήγαγαν τα ανατολικογερμανικά εργοστάσια μόδας. Να αλλάξει κανάλι στο τηλεκοντρόλ, σε μια παλιά συσκευή που δείχνει ειδήσεις και ψυχαγωγικά προγράμματα περασμένων δεκαετιών και άλλης αισθητικής από τη δυτική.

Ο σύντροφος της Ρόζας Λούξεμπουργκ, Καρλ Λίμπκνεχτ, τιμάται με το δρόμο του


Το μουσείο δεν χαρίζει κάστανα στην πολιτική του τοποθέτηση. Περιγράφει μια αστυνομοκρατούμενη κοινωνία επιβολής, μια πολιτική εξουσία που εξαπάτησε το λαό με τις διακηρύξεις της για ελευθερία που τελικά κατάντησε απολυταρχία μέσω της μυστικής αστυνομίας πληροφοριών. Επιβεβαιώνει τα στερεότυπα που έχουν κυριαρχήσει σε όλο το δυτικό κόσμο για τα ανατολικά κράτη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το DDR Museum ακολουθεί το πρότυπο της δημοφιλούς ταινίας «Οι ζωές των άλλων». Σ’ αυτή ο πρωταγωνιστής πράκτορας της Στάζι αφήνει κατά μέρος την αυστηρή του εκπαίδευση κατά των αντιφρονούντων, για να αφήσει λίγο «χώρο» στον ανήσυχο καλλιτέχνη που ασφυκτιά μέσα στο αυταρχικό καθεστώς.

Έξοδος μετρό προς λεωφόρο Καρλ Μαρξ


Δεν υπάρχει όμως μόνο αυτή η άποψη. Είναι και η άλλη πλευρά, αυτή που κυρίως εξέφρασε η άλλη δημοφιλέστατη ταινία γερμανικής παραγωγής, το Goodbye Lenin. Μια πιο επιεικής ματιά σε ένα λαό που θέλησε να πάρει τη τύχη στα χέρια του, να ακολουθήσει ένα άλλο πρότυπο, που κατάφερε πολλά αλλά έκανε και λάθη. Δεν είναι τυχαίο ίσως που το ομορφότερο κομμάτι του Βερολίνου είναι το Ανατολικό. Το κομμάτι όπου στην ονοματολογία των δρόμων του φανερώνεται μια άλλη ένδοξη ιστορία στη διαπάλη των ιδεών: Λεωφόρος Καρλ Μαρξ, Οδός Καρλ Λίμπκνεχτ, Στάση Ρόζα Λούξεμπουργκ.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παλμόραμα, 23-4-2011)

Τεύχος 183

«Αντίο» στο σύντροφο Θανάση Φώτη

Όταν έχεις το πάνω χέρι, δεν πιέζεις ποτέ τον άλλον, του αφήνεις περισσότερο χώρο, έλεγε ο Θανάσης.

Μ’ ένα βουβό πόνο, ένα κόκκινο γαρίφαλο και τη θύμηση του γλυκού του χαμόγελου, αποχαιρέτησαν οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συνάδελφοι και οι σύντροφοί του, τον Θανάση Φώτη την Πέμπτη το απόγευμα στο νεκροταφείο της Γλυφάδας. Η σκέψη όλων ήταν στους δικούς του ανθρώπους, τη σύντροφό του στη ζωή, Βάσια, και στο μονάκριβο γιο του Χρήστο, που αποχωρίστηκαν τόσο πρόωρα, στα 48 του μόλις χρόνια, τον άνθρωπό τους. Με αξιοπρέπεια αλλά και οδύνη που δεν κρύβεται, εκατοντάδες κόσμου γέμισαν το νεκροταφείο και είπαν ένα τελευταίο «αντίο» στον Θανάση.

Καθολική αναγνώριση

Ήταν όλοι εκεί. Οι σύντροφοί του από το ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από την Πρωτοβουλία Κατοίκων Γλυφάδας και την Αριστερή Ριζοσπαστική Πρωτοβουλία με την οποία εκλέχτηκε πρόσφατα δημοτικός σύμβουλος. Συνάδελφοί του από την Ολίμπικ Κέτερινγκ και τον ΟΑΕΔ, φίλοι, συμμαθητές του γιου του Χρήστου. Εκεί ήταν και οι συνάδελφοί του στο Δημοτικό Συμβούλιο, ο Δήμαρχος Γλυφάδας Κώστας Κόκορης, ο επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, ο επικεφαλής της Λαϊκής Συσπείρωσης Γλυφάδας, Σταύρος Τασσος, ο πρώην Δήμαρχος Στέλιος Λανδράκης. Ο Δήμαρχος Ελληνικού Χρήστος Κορτζίδης, η Πολιτική Κίνηση Γλυφάδας του Συνασπισμού. Την ημέρα του θανάτου του, την Τετάρτη, συνεδρίασε εκτάκτως το Δημοτικό Συμβούλιο Γλυφάδας, όπου με λουλούδια στην κενή θέση του, αποφασίστηκε οι σημαίες στα δημοτικά κτίρια να κυματίζουν μεσίστιες και η κηδεία να πραγματοποιηθεί με δαπάνες του Δήμου.

Μια ζωή προσφοράς και αγώνα

Ο Θανάσης Φώτης γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα και τα πρώτα χρόνια της ζωής του έζησε στην Άνω Μέλπεια Μεσσηνίας. Στη συνέχεια με τους γονείς του και τον αδελφό του Δημήτρη ήρθαν στην Αθήνα και έμειναν στην Καλλιθέα. Αφιέρωσε όλη του σχεδόν τη συνειδητή ζωή στην Αριστερά και τους αγώνες. Οργανώθηκε στην ΚΝΕ από μαθητής, στην ηλικία των 14. Το 1988 συμμετείχε με συντρόφους του σε αποστολή αλληλεγγύης στη Νικαράγουα, τον καιρό που το επαναστατικό κίνημα των Σαντινίστας ζητούσε υλική και ηθική υποστήριξη από όλο τον κόσμο. Το 1989, μετά τη συνεργασία της Αριστεράς στις κυβερνήσεις Ζολώτα και Τζαννετάκη, αποχώρησε από το ΚΚΕ και εντάχθηκε με χιλιάδες άλλα μέλη τότε του κόμματος και της ΚΝΕ στις τάξεις του ΝΑΡ, του οποίου παρέμεινε μέλος μέχρι το τέλος. Υπήρξε επίσης από τους ένθερμους υποστηρικτές της συγκρότησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τη συγκρότηση της οποίας στην περιοχή δούλεψε σκληρά. Τα τελευταία χρόνια, κάτοικος Γλυφάδας, συμμετείχε σε όλα τα κινήματα κατοίκων για τον Υμηττό, τις κεραίες υπερυψηλής τάσης, το αεροδρόμιο, την παραλία του Ελληνικού. Από τα ενεργά μέλη της Πρωτοβουλίας Κατοίκων στα Νότια, συνέβαλε καθοριστικά στη συγκρότηση της Αριστερής Ριζοσπαστικής Πρωτοβουλίας, της οποίας τέθηκε επικεφαλής και στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές, εξελέγη Δημοτικός Σύμβουλος Γλυφάδας.

Η τελευταία του πολιτική πράξη, ο πολιτικός του όρκος στο Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης, ήταν και το πολιτικό του «πιστεύω» που αξίζει να μνημονευτεί: «Σύμφωνα με τη συνείδηση, την τιμή και την υπόληψή μου, από τη θέση του δημοτικού συμβούλου, θα αγωνίζομαι με μοναδικό κριτήριο την υπεράσπιση των κοινωνικών, δημοκρατικών, οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των δημοτών και την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζόμενων, Ελλήνων και μεταναστών, για την ανατροπή του μνημονίου και γενικότερα της αντιλαϊκής επίθεσης κυβέρνησης, ΕΕ, ΔΝΤ για μια νέα κοινωνία, απαλλαγμένη από την καπιταλιστική βαρβαρότητα και εκμετάλλευση», είπε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δήμου Γλυφάδας.

Σπάνια ηθική στάση

Όσοι γνωρίσαμε τον Θανάση Φώτη θα θυμόμαστε πάντα το γλυκό χαμόγελο, τον εύθυμο τρόπο του ακόμα και στις δύσκολες στιγμές. Μια θετική στάση απέναντι σε όλες τις καταστάσεις της ζωής που δεν υποδήλωνε μόνο πραότητα χαρακτήρα. Ήταν και μια πολιτική φιλοσοφία βαθιά δημοκρατική, ήπια και αποφασιστική, που έδειχνε πλήρη σεβασμό προς τη διαφορετική άποψη και ανιδιοτελή αγάπη, παντελή έλλειψη ανταγωνισμού προς τους συντρόφους του. «Όταν έχεις το πάνω χέρι, δεν πιέζεις ποτέ τον άλλον, του αφήνεις περισσότερο χώρο», έλεγε για τις συνήθεις εσωτερικές διαμάχες μεταξύ αριστερών. Μια σπάνια και γνήσια κομμουνιστική ηθική στάση, που σπανίζει στις μέρες μας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι με την καθοριστική παρέμβαση του Θανάση Φώτη συνεργάστηκαν στη Γλυφάδα δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του ΣΥΡΙΖΑ και του Συνασπισμού, στέλνοντας ένα άλλο μήνυμα συντροφικής κουλτούρας και διαλόγου, το οποίο πρέσβευε με τον καλύτερο τρόπο ο Θανάσης.

Καταλύτης γι’ αυτή στάση ήταν η λαϊκή του φυσιογνωμία, το γεγονός ότι εξηγούσε τα επιχειρήματά του με την κρυστάλλινη λογική των απλών ανθρώπων και των απλών λέξεων, που δεν έχουν ανάγκη να πείσουν διά του εντυπωσιασμού αλλά κερδίζουν την εμπιστοσύνη λόγω της αλήθειας τους. Και αυτή είναι μια πολύ σπάνια πολιτική αρετή στις μέρες μας, την οποία ο Θανάσης Φώτης κατείχε και λόγω της οποίας ξεχώριζε.

Από τις μαθητικές οργανώσεις της ΚΝΕ, στην μπριγάδα για τη Νικαράγουα, τους αγώνες για τον Υμηττό και το Δημοτικό Συμβούλιο Γλυφάδας, παρών ο Θανάσης.

Λίγο πριν τον τελευταίο ασπασμό, ακούστηκαν οι παρακάτω επικήδειοι λόγοι:

Εκπρόσωπος του Δημοτικού Συμβουλίου Γλυφάδας είπε:

«Εκ μέρους όλου του Δημοτικού Συμβουλίου Γλυφάδας, εκφράζουμε τη βαθιά μας οδύνη. Οι ευχές μας για καλό κατευόδιο πρέπει να συνοδευτούν και από την εκτίμησή μας σε έναν άνθρωπο που έχει μια διαδρομή αγωνιστική, προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο και στην πόλη. Δηλώνουμε τη συμπαράστασή μας στους δικούς του ανθρώπους, ευχόμαστε κουράγιο και δύναμη. Με τον τρόπο μας και με τη βούλησή μας συλλογικά ως σώμα, μετά την απώλεια ενός εκλεκτού μέλους, θα στεκόμαστε συμπαραστάτες. Καλό σου ταξίδι Θανάση, σαν Δημοτικό Συμβούλιο Γλυφάδας δηλώνουμε ότι δεν θα ξεχάσουμε ούτε τη διαδρομή σου, ούτε τον αγώνα που έκανες. Θα μας λείψεις, καλό σου ταξίδι».

Ο Νίκος Πυρουνάκης μίλησε εκ μέρους της Πρωτοβουλίας Κατοίκων στα Νότια και της Αριστερής Ριζσπαστικής Πρωτοβουλίας Γλυφάδας:

«Με το Θανάση γνωριστήκαμε μέσα από την προσπάθεια να κάνουμε αγώνες στην περιοχή για τις ανάγκες του κόσμου, το περιβάλλον και την πόλη. Τον ζήσαμε μέσα από την καθημερινή του δράση στις επιτροπές κατοίκων και τις συλλογικότητες. Ο Θανάσης ήταν σύντροφος και φίλος. Δεν υπήρχε δουλειά που να μην έδειχνε προθυμία να αναλάβει. Στη δύσκολη στιγμή ήταν πάντα αυτός που έβγαινε μπροστά να δώσει τη μάχη. Ήταν σύντροφος που μέσα στην πολιτική του σκέψη κυριαρχούσαν έννοιες όπως αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη και ανθρωπιά.

Εκτός όμως από σύντροφος ήταν και φίλος. Γιατί μέσα στις καθημερινές δυσκολίες ήταν αυτός που μας έδινε δύναμη και κουράγιο. Πάντα είχε το χρόνο και τη διάθεση να ακούσει τα προσωπικά προβλήματα του καθένα. Φίλος γιατί χάριζε απλόχερα την ενέργεια και τη ζωντάνια του. Είναι δύσκολο να τον θυμηθεί κανείς χωρίς το πηγαίο και αληθινό χαμόγελό του. Για όλους αυτούς τους λόγους, για μας ο Θανάσης αποτελεί παράδειγμα ακέραιου ανθρώπου, ανθρώπου με αγωνιστική συνέπεια και σεμνότητα που νοηματοδοτεί με τον πιο ουσιαστικό τρόπο την έννοια της Αριστεράς σήμερα. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά που ένας άνθρωπος μπορεί να αφήσει στην οικογένειά του, στους φίλους του και στους συντρόφους του, και γι’ αυτό αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή. Αυτή την κληρονομιά θα τιμήσουμε μέσα από τους καθημερινούς μας αγώνες.
Θανάση, θα ζεις πάντα στη σκέψη μας. Θα ζεις πάντα στους αγώνες για ένα καλύτερο κόσμο χωρίς εκμετάλλευση. Καλό ταξίδι σύντροφε».

Ο Παναγιώτης Μαυροειδής, εκπροσωπώντας την Πολιτική Επιτροπή του ΝΑΡ είπε:

«Θανάση, έλαχε και σε μένα ο κλήρος να σε αποχαιρετήσω σ’ αυτό το τελευταίο σου ταξίδι που επιβεβαιώνει δυσάρεστα αυτό που λέει ο λαός μας, ότι οι καλοί φεύγουν πρώτοι. Είμαι σίγουρος ότι μπορείς να φανταστείς τι συμβαίνει σήμερα εδώ και ελπίζω να σε γαληνεύει και σε γλυκαίνει. Είναι όλοι εδώ, η Βάσια, ο Χρήστος, οι γονείς σου, όλοι οι αγαπημένοι σου άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι, οι σύντροφοί σου από το ΝΑΡ, τη νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την ΠΡΩΚΑΤ, παλιοί σύντροφοι από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ. Το λόγο τον ξέρεις πολύ καλά που είναι όλοι αυτοί εδώ, αν και δεν θα σε άφηνε η σεμνότητά σου να τον περιγράψεις με λόγια. Έχει να κάνει με την επιλογή που έκανες: Δεν θέλησες μια ζωή ήσυχη, ουδέτερη, παραμένοντας αδρανής και χωρίς δεσμεύσεις και δεσμούς με τους γύρω σου. Απλός υπηρέτης του βασανιστικού χρόνου, μιας άχαρης ζωής σε ένα βάρβαρο κοινωνικό σύστημα. Έδωσες όχι μια, αλλά δυο φορές τον εαυτό σου. Διάλεξες να ζεις, να πονάς, να αναπνέεις, να χαίρεσαι, να αγωνιάς μαζί με τον κόσμο.

Από τότε που οργανώθηκες στο κομμουνιστικό κίνημα μόλις στα 14 σου, ονειρευόμενος έναν καλύτερο κόσμο μέσα από το συλλογικό αγώνα. Βρέθηκες σε κάθε αγώνα, απλά, χωρίς κομπορρημοσύνες, χωρίς μεγάλα λόγια που ποτέ δεν σου άρεσαν. Από την Ολίμπικ Κέτερινγκ και την υπεράσπιση του δικαιώματος στη δουλειά, έως στην Νικαράγουα που πήγες να βοηθήσεις. Από τον ΟΑΕΔ ως τη μάχη για τη σωτηρία του Υμηττού και την παραλία στη Γλυφάδα. Σε όλες τις προσπάθειες της Αριστεράς ήσουν αδιαπραγμάτευτα κριτικός και ταυτόχρονα αταλάντευτα δοσμένος στο συλλογικό όνειρο. Έτσι απλά, χωρίς εγωισμούς, χωρίς εμμονές, με απόλυτη ανιδιοτέλεια, με περισσή συντροφικότητα. Για την Αριστερά που θέλει να αλλάξει τον κόσμο και όχι απλά να της αναγνωριστεί ένας ρόλος στο σημερινό σύστημα. Αυτό είναι που μας εμπνέει από σένα. Αρνήθηκες τη βολική λογική της απόστασης, αυτή την ψεύτικη πανοπλία που φοράμε όταν λυγίζουμε. Προτίμησες την προσφορά, την εμπιστοσύνη, τη δέσμευση σε γνώμη και σε πράξη, την προθυμία να προσφέρουμε τον εαυτό μας και να θυσιαζόμαστε για τους άλλους.

Το είχαμε συζητήσει πολλές φορές και το θυμάσαι. Άλλοτε αισιόδοξοι από τις επιτυχίες του κινήματός μας, άλλοτε προβληματισμένοι, πικραμένοι και σκεπτικοί: Λέγαμε ότι αν θες τη βρώμα μπορείς να την αγνοείς και όμως αυτή υπάρχει. Εσύ δεν ήθελες να την αγνοείς, να κάνεις πως δεν τη βλέπεις, ήθελες να την πολεμήσεις. Περπατήσαμε μαζί, πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσές σου, 20 χρόνια τώρα στο Νέο Αριστερό Ρεύμα, σε αυτό που φαντάστηκες σαν μια νέα περιπέτεια προς μια δίκαιη κομμουνιστική κοινωνία. Δεν είχες την ασφάλεια των μακρόσυρτων διανοουμενίστικων λόγων. Ήταν άλλη η δική σου πάστα. Δεν κέρδισες την εμπιστοσύνη μας με μεγάλες κουβέντες κι εύκολα λόγια. Ήταν εκείνο το πρωτογενές και ειλικρινές σου πάθος για τον κόσμο της δουλειάς, η αγωνία σου για να τον σεβαστούμε, να τον καταλάβουμε. Ήταν το κριτικό σου πνεύμα, πανταχού παρόν. Δεν ήθελες ποτέ να αφήσεις να ευλογήσουμε τα γένια μας. Φώναζες για την οργάνωση, ότι δεν είναι δυνατή, για τη συντροφική μας ζωή, ότι δεν είναι αυτή που πρέπει. Αλλά δεν ήθελες και να μπεις ούτε σε εύκολους τύπους ούτε σε παλιές συνταγές. Απαιτούσες δείγματα γραφής για το νέο κομμουνισμό στο λόγο μας, στην πράξη μας, στην οργανωτική ζωή, στις συντροφικές μας σχέσεις. Μ’ ένα καλαμπούρι σου μπορούσες να γκρεμίσεις εύκολες φαντασιώσεις, εμμονές, διάφορες συγκρούσεις που είχαμε μεταξύ μας, απαιτώντας αυτό που έλεγες πάντα, να δούμε βαθύτερα τα πράγματα, όχι μία από τα ίδια.

Αλλά πάνω απ’ όλα, φίλε και σύντροφέ μας, ήταν το κέφι σου, η ευχάριστη διάθεσή σου, η δύναμη, το κουράγιο, η αυτοπεποίθηση, η αισιοδοξία που μας μετέδιδες. Ακόμα και την τελευταία στιγμή στο κρεβάτι του νοσοκομείου μας φαινόσουν τόσο ζωντανός, έτοιμος να πεταχτείς πάνω και ν’ αρχίσεις πάλι τα καλαμπούρια, τις φωνές και τα γέλια.

Είναι αλήθεια πως η προσωπικότητα κάθε ανθρώπου εξαρτάται από τις σχέσεις του με τον κόσμο και τους γύρω. Δεν έχουν νόημα οι επιθυμίες και τα συναισθήματα που κακοφορμίζουν εσωτερικά, χωρίς να τα βλέπει κανένας άλλος. Ούτε πολιτικές αρχές που ευλογούνται σε κλειστούς χώρους και μουχλιάζουν χωρίς να δοκιμάζονται. Θανάση, μας έμαθες, μας έδειξες πώς μπορεί κανείς να ζει με τους άλλους. Γι’ αυτό σ’ αγαπήσαμε όλοι. Αυτό είναι που κάνει και θα κάνει πάντα περήφανο το γιο σου το Χρήστο. Αυτό θα σε θυμίζει πάντα στην αγαπημένη σου Βάσια. Αυτό κρατάμε όλοι οι σύντροφοί σου, όλοι οι συνάδελφοί σου, όλοι οι συγγενείς σου, όλοι όσοι σ’ αγαπήσαμε.

Θανάση έφυγες νέος, όμορφος, λεβέντης, περήφανος. Έτσι θα σε θυμόμαστε. Ευχαριστούμε για όλα φίλε και σύντροφε. Καλό σου ταξίδι».

(Δημοσιεύτηκε στον Παλμό Γλυφάδας, 29-1-2011)