Ναόμι Κλάιν: Τι να διαπραγματευτείς λέγοντας «μέσα στο ευρώ»!

Πραγματικά αποκαλυπτική, μέσα στην απλότητά της, ήταν η απάντηση της Ναόμι Κλάιν σε ερώτηση δημοσιογράφου την προηγούμενη Κυριακή για τη θέση της Ελλάδας στην ευρωζώνη: «Δεν ξέρω αν πρέπει η Ελλάδα να βγει από την ευρωζώνη, αλλά οπωσδήποτε πιστεύω ότι το θέμα αυτό πρέπει να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι αν προσπαθήσει κανείς να διαπραγματευτεί. Δεν ξεκινάς μια διαπραγμάτευση λέγοντας δεν φεύγουμε» είπε η διάσημη συγγραφέας του βιβλίου Δόγμα του Σοκ.

Η Ναόμι Κλάιν βρέθηκε στην Ελλάδα, προσκεκλημένη του εκδοτικού οίκου Λιβάνη αλλά και του φεστιβάλ που διοργάνωσε το περιοδικό Βαβυλωνία την προηγούμενη εβδομάδα. Πιστή στην αντισυμβατική της άποψη για τα εναλλακτικά μέσα και δίκτυα ενημέρωσης, παραχώρησε μια συνέντευξη Τύπου στο κοινωνικό κέντρο Νοσότρος, στην οποία δεν προσκλήθηκαν εκπρόσωποι του αστικού Τύπου. Και πράγματι, επρόκειτο για μια συζήτηση που ξέφυγε από το αναμενόμενο πλαίσιο, με αναφορές στο κίνημα των Σκουριών, την άλλη ενημέρωση από τα κάτω, αλλά και τους κοινωνικούς αγώνες ενάντια στην πολιτική των μνημονίων.

Το σημείο ωστόσο που έχει την ειδική του σημασία, είναι η αναφορά της συγγραφέα στο μέλλον της ευρωζώνης και τη θέση της Αριστεράς. Χωρίς να αναφερθεί συγκεκριμένα, η Ναόμι Κλάιν διατύπωσε καθαρά την αντίθεσή της στη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ για διέξοδο από την κρίση εντός ευρώ και ΟΝΕ. Το κύριο παράδειγμα που έφερε ήταν φυσικά αυτό της Λατινικής Αμερικής. Για να γίνει διαπραγμάτευση με τους πιστωτές, ανέφερε, «χρειάζεται πραγματικά να έχεις τη θέληση να φύγεις. Και για να έχεις τέτοια θέληση, χρειάζεται να οικοδομείς σχέσεις με άλλες χώρες που επίσης έχουν ένα όπλο στον κρόταφο και να χτίζεις ένα καρτέλ των οφειλετών». Όπως είπε, στη Λατινική Αμερική της δεκαετίας του ’80 με το σοκ χρέους, «υπήρξε μια μεγάλη ώθηση από αριστερούς οικονομολόγους για τις κυβερνήσεις του Νότου να ενωθούν και να επιστρέψουν στο ΔΝΤ και τη Διεθνή Τράπεζα σαν ένα ενιαίο διαπραγματευτικό μπλοκ». Με την τακτική αυτή, «αρνήθηκαν τις πολιτικές διαρθρωτικών αλλαγών, απαίτησαν διαγραφή χρεών και επίσης αμφισβήτησαν τη νομιμότητα αυτών των χρεών». Η Ναόμι Κλάιν στάθηκε ιδιαίτερα στη φύση του χρέους, τονίζοντας ότι «μεγάλο μέρος από το χρέος αυτό ήταν επαχθές που κληρονομήθηκε από τις δικτατορίες, ενώ υπάρχουν επιχειρήματα ότι και σήμερα τα χρέη είναι επαχθή, εξαιτίας της προέλευσής τους». Και τόνισε απευθυνόμενη στο ελληνικό ακροατήριο ότι «έτσι υπάρχει διαπραγματευτική ισχύς αλλά δεν πιστεύω ότι πρόκειται να σημειώσετε πρόοδο εκτός αν έχετε τη βούληση να φανταστείτε τη ζωή μετά την ευρωζώνη».

Αν και αντιδημοφιλές παράδειγμα στη χώρα μας, ανέφερε την Αργεντινή: «Δεν είναι βέβαια κατά κανένα τρόπο κάποιος παράδεισος, αλλά μπόρεσε να γλυτώσει τα χειρότερα από την κρίση και αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι υπήρξε μια στιγμή στη Λατινική Αμερική, όπου πολλές αριστερές κυβερνήσεις αναλάμβαναν την εξουσία σε εισαγωγικά το αριστερές, γιατί υπήρχαν πολλοί βαθμοί αριστεροσύνης αλλά δημιουργήθηκε μια νέα οικονομική δομή, με την ALBA κ.ο.κ. που δημιούργησε τη δυνατότητα να σταθούν απέναντι από το ΔΝΤ», ανέλυσε. Και παραδεχόμενη ότι «είναι πράγματι πολύ δύσκολο για μια χώρα να τα καταφέρει μόνη της», υπογράμμισε ότι «κοιτάζοντας την κατάσταση στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, υπάρχουν περισσότερες χώρες σε περιπέτειες παρά χωρίς περιπέτειες. Οπότε φαίνεται ότι υπάρχει μια απίστευτη δυνατότητα οι χώρες που αντιμετωπίζουν τα μέτρα λιτότητας να συνεργαστούν και να αλλάξουν τους όρους προς τους πιστωτές».

Ήταν πράγματι δυστυχές το γεγονός ότι η συζήτηση στη συνέντευξη Τύπου αλλά και στις υπόλοιπες τοποθετήσεις της κατά την επίσκεψή της, δεν άγγιξε περισσότερο τα οικονομικά ζητήματα της κρίσης και της πολιτικής της διαχείρισης. Ίσως επειδή το νέο της έργο επικεντρώνεται σε μια οικολογική απάντηση στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, η Ναόμι Κλάιν κυρίως έκανε αναλύσεις για την κλιματική αλλαγή, την υπερθέρμανση του πλανήτη και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Στον Καναδά όπου το περιβαλλοντικό ζήτημα κυριαρχεί στις πολιτικές συζητήσεις, η συγγραφέας καταλαμβάνει με τις θέσεις το ριζοσπαστικό άκρο στο αριστερό φάσμα των διανοουμένων, όμως στην Ελλάδα της κρίσης, το οικολογικό θέμα αντιμετωπίζεται ως πλευρά της επίθεσης και όχι ως κύριο ζήτημα.

Πάντως, από τη σύντομη επίσκεψή της στην Ελλάδα, η Ναόμι Κλάιν απέδειξε το πόσο εύκολα μπορεί να κινείται άνετα μεταξύ δύο κόσμων, του επίσημου και του εναλλακτικού. Το μεσημέρι του Σαββάτου υπέγραφε βιβλία στο Public για τους αναγνώστες της, το βράδυ μιλούσε σε φεστιβάλ του αντιεξουσιαστικού χώρου. Εκτός από τη συνέντευξη Τύπου σε εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης, παραχώρησε συνέντευξη στην εκπομπή «Φάκελοι» του Σκάι. Αναλόγως και η κύρια οικολογική οπτική που έχει υιοθετήσει για την κοινωνική αλλαγή, συνδυάζεται με μια ριζοσπαστική αντίληψη των διεθνών σχέσεων, όπως αποκαλύπτει η θέση της για το ευρώ.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 2/6/2013)

Advertisements

Τα αντιεξουσιαστικά ρεύματα στο φως της μαρξιστικής κριτικής

Σύντομο και περιεκτικό, μάχιμο αλλά όχι εξαντλητικό, το νέο έργο που έχει στις προθήκες του το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο από τον Τζον Μόλινιου (John Molyneux), Αναρχισμός, μια μαρξιστική κριτική, δίνει εμπεριστατωμένα επιχειρήματα στον αναρχικό τρόπο σκέψης και δράσης. Η έκδοση των περίπου 100 σελίδων έρχεται να απαντήσει στην αυξανόμενη επιρροή των αυτόνομων και αντιεξουσιαστικών ρευμάτων σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο, που συναντάται με ιδιαίτερη ορμή στη χώρα μας μετά τον Δεκέμβριο του 2008. «Οι αναρχικές ιδέες σε όλες τις διάφορες εκδοχές τους δεν συνιστούν αποτελεσματικό τρόπο για να αλλάξει κανείς τον κόσμο», είναι το βασικό επιχείρημα του βιβλίου με τα λόγια του συγγραφέα του, που επιχειρεί μια αξιοσημείωτη επισκόπηση όλων των κεντρικών επιχειρημάτων που προβάλλει το «μπλακ μπλοκ» έναντι των μαρξιστών από την εποχή του Μπακούνιν μέχρι και τα γεγονότα της πλατεία Ταχρίρ.

Το βιβλίο επιχειρεί τηλεγραφική απάντηση στα σημεία κριτικής που έθεσαν σύγχρονοι διανοητές με μεγάλη επιρροή, όπως οι Νέγκρι και Χαρντ αλλά και ο Τζον Χόλογουεϊ

«Ο αναρχισμός είναι ένα κινούμενος στόχος», επισημαίνει ο Τζον Μόλινιου, αναφερόμενος στις αμέτρητες παραλλαγές και τάσεις του ρεύματος στο οποίο ασκεί κριτική. Χαρακτηριστικό της γραφής του πάντως είναι μια συντροφική διάθεση, σαν το σύντομο αυτό βιβλίο να απευθύνεται όχι μόνο στους αγωνιστές της Αριστεράς που αναζητούν απαντήσεις στα βέλη της αναρχικής κριτικής, αλλά και στους φορείς των αντιεξουσιαστικών ιδεών.

Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν ανήκει στην «ορθόδοξη» τάση του μαρξισμού αλλά στην τροτσκιστική πλευρά. Αυτό διαφαίνεται από την κριτική του σε πλευρές της ιστορίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: Όταν υποστηρίζει ότι «τα κόμματα που ισχυρίζονταν ότι είναι μαρξιστικά, λενινιστικά και εργατικά υπήρξαν τα βασικά όργανα καταπίεσης και εκμετάλλευσης εκατοντάδων εκατομμυρίων εργαζομένων στα λεγόμενα κομμουνιστικά κράτη». Αλλά και όταν διαφοροποιείται πλήρως από τη γραμμή για κυβερνήσεις λαϊκού μετώπου τη δεκαετία του ’30 σημειώνοντας για την Ισπανία ότι αυτή η κυβέρνηση ήταν «αφοσιωμένη στη διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων».

Αρετή του βιβλίου είναι ότι καταπιάνεται αναλυτικά με διαχρονικά ακανθώδη ζητήματα: Τη γραφειοκρατικοποίηση της ηγεσίας, τις αυταρχικές πρακτικές των μπολσεβίκων που οδήγησαν στα γεγονότα της Κροστάνδης, την επαναστατικότητα ή το «συμβιβασμένο χαρακτήρα» της εργατικής τάξης, τη συμμετοχή στις εκλογές. Παρά τη χαρακτηριστική συντομία του δοκιμίου, επιχειρείται τηλεγραφική απάντηση στα σημεία κριτικής που έθεσαν σύγχρονοι διανοητές με μεγάλη επιρροή, όπως οι Νέγκρι και Χαρντ αλλά και ο Τζον Χόλογουεϊ. Ξεχωριστή μνεία γίνεται επίσης για τον «λάιφσταϊλ αναρχισμό», μια ειλικρινής και πρωτότυπη ματιά στα σημερινά ρεύματα που διακρίνει κανείς σε τμήματα της νεολαίας.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 9-9-2012)

Catastroika: Η μαύρη βίβλος των ιδιωτικοποιήσεων

Τι κοινό έχει η Σοβιετική Ένωση της κατάρρευσης, οι πρώτες μέρες της ενωμένης Γερμανίας, το Παρίσι του δημάρχου Ζακ Σιράκ και η Ελλάδα του Μνημονίου; Το πάθος των ιδιωτικοποιήσεων. Ιδεολογική εμμονή ή συμφεροντολογική επιταγή, το φετίχ του ιδιωτικού τομέα που κατανικά τον ανεπαρκή δημόσιο, στο όνομα του ανταγωνισμού, του χρέους και του αγίου κέρδους είναι το κληροδότημα της μετασοβιετικής εποχής. Την απομυθοποίηση αυτού του πάθους ορισμένων ανέλαβε με όλη την αναγκαία αναιρετική ματιά η ομάδα του Debtocracy, δηλαδή η Κατερίνα Κιτίδη, ο Άρης Χατζηστεφάνου και ο Λεωνίδας Βατικιώτης, με το νέο τους ντοκιμαντέρ, Catastroika, που κυκλοφορεί στο ίντερνετ (www.catastroika.gr) και προβάλλεται δημόσια χωρίς δικαιώματα χρήσης και αναμετάδοσης.

Από το Ανώτατο Σοβιέτ στο Τσάμπιονς Λιγκ

Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος όσων διακυβεύονται σήμερα στην Ελλάδα της πλήρους εκποίησης, οφείλει να δει όλο το ψηφιδωτό του νεοφιλελευθερισμού. Μπορεί να ξενίζει που τα πρώτα πλάνα της Catastroika εστιάζουν στις παγωμένες εκτάσεις της Ρωσίας, όμως εκεί εδράζεται το πρώτο μεγα-πείραμα ιδιωτικοποιήσεων: «Με 1 ή 2 εκατομμύρια δολάρια αγόραζες επιχειρήσεις που μόνο ο σκελετός τους άξιζε εκατοντάδες εκατομμύρια ή ακόμη και δισ. δολάρια», λέει στο φακό του ντοκιμαντέρ ο Αλ. Μπουγκάλιν, Ρώσος οικονομολόγος και ακαδημαϊκός, ρίχνοντας φως στον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι αμύθητες περιουσίες ανθρώπων όπως ο Αμπράμοβιτς, που πριν λίγες ημέρες πανηγύριζε την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ με την αγγλική ομάδα που κατέχει. «Ήταν ο πλήρης αποδεκατισμός ενός έθνους», συνοψίζει την πικρή ιστορία της διάλυσης του σοβιετικού κράτους η Ναόμι Κλάιν.

Η επίσκεψη στη Μόσχα όμως έχει ένα άλλο βασικό συμπέρασμα: Το νεοφιλελεύθερο πείραμα της απορρύθμισης και των ιδιωτικοποιήσεων είναι ξένο προς τη δημοκρατία. Οι σαρωτικές ιδιωτικοποιήσεις του 1994 στη Ρωσία δεν θα ήταν δυνατές χωρίς να έχει προηγηθεί το πραξικόπημα του Μπορίς Γέλτσιν ένα χρόνο νωρίτερα, είναι το συμπέρασμα ενός Ρώσου ειδικού. Άλλωστε, «τα πρώτα πειράματα του νεοφιλελευθερισμού δεν είχαν καμία σχέση με τη δημοκρατία», όπως καταθέτει η Ναόμι Κλάιν, σημειώνοντας ότι το μόνο έδαφος που βρήκε η σχολή του Σικάγο για να εφαρμόσει τα δόγματά της ήταν η Χιλή του Αουγκούστο Πινοτσέτ και η Τουρκία του στρατηγού Κενάν Εβρέν.

Ποιους πλάκωσε το τείχος του Βερολίνου;

Από τις στρατιωτικές χούντες του ’80 στην Ελλάδα του Παπαδήμου δεν είναι τόσος δρόμος όσος εξαρχής φαίνεται. Μεσολαβεί η Αγγλία της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφερε στη δυτική Ευρώπη τη «μόδα» των αποκρατικοποιήσεων. Το «εισιτήριο» που πλήρωσαν οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι για την είσοδό τους στην εποχή της απορρύθμισης ήταν φυσικά η διάλυση των συνδικάτων και της εργατικής νομοθεσίας, όπως αρχετυπικά αποτυπώθηκε στο τσάκισμα των Άγγλων ανθρακωρύχων και του αγώνα τους. Ο Κεν Λόουτς, ο δημιουργός της εργατικής ταινίας «Ο Πολ, ο Μικ και οι άλλοι» (Navigators) του 2001 εξηγεί στην κάμερα το δράμα του ιδιωτικού σιδηρόδρομου.

Επόμενος σταθμός στο ιδιωτικοποιημένο τρένο του νεοφιλελευθερισμού και στον αποκαλυπτικό φακό του Catastroika, η πρώην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας. Το «καταστροφικό πείραμα», ένα «ιστορικά τραγικό γεγονός», η επιδρομή δηλαδή της Τρόιχαντ, της εταιρείας που ανέλαβε να ξεπουλήσει ό,τι κρατικό υπήρχε στο ανατολικό γερμανικό κράτος, αποδεικνύεται ότι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μεγάλο πλιάτσικο. Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου δεν είναι παρά η ελληνική Τρόιχαντ, υποστηρίζει βάσιμα το Catastroika. Με τις απαραίτητες δόσεις απολυταρχίας, στο πρόσωπο του τραπεζίτη – πρωθυπουργού Παπαδήμου.

Zoom out στα ελατήρια του κέρδους

Ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ συνήθως κρίνεται από την τεχνική του αρτιότητα. Στο πεδίο αυτό, η ομάδα του Catastroika δίνει επιτυχώς εξετάσεις, έχοντας πρωτότυπη μουσική, άποψη στο καδράρισμα και την αντικομφορμιστική ευγένεια να μην εμφανίζονται στα πλάνα τα πρόσωπα των συντελεστών. Ωστόσο, το πραγματικά αξιέπαινο είναι ότι ο λόγος δίνεται στους ανθρώπους του μόχθου: Στον πρόεδρο των εργαζομένων της εταιρείας ύδρευσης της Θεσσαλονίκης, στον εργάτη των ορυχείων της ΔΕΗ. Οι μαρτυρίες αυτές, που αποκαλύπτουν πόσους θανάτους το χρόνο κοστίζει η πολιτική ανάθεσης εργασιών της ΔΕΗ σε εργολάβους, που κατονομάζουν τις διασυνδέσεις μεταξύ της ιδιωτικοποίησης του νερού και του ΔΝΤ, είναι το ακατέργαστο διαμάντι του ντοκιμαντέρ που δίνει και όλη την αξία, πέρα από την πολιτική και επιστημονική τεκμηρίωση. Δεν είναι τυχαίο από αυτή την άποψη ότι προεκλογικές συγκεντρώσεις σε ένα ευρύ φάσμα της Αριστεράς φιλοξένησαν ως επιχείρημα το Catastroika.

Το πωλητήριο στη δημόσια περιουσία δεν είναι μια ελληνική εξαίρεση, ακριβώς όπως δεν είναι και το δημόσιο χρέος. Η οξύνοια να ανοίγεις το πλάνο, να αναγνωρίζεις τα πολιτικά ελατήρια και τα προηγούμενα ιστορικά παραδείγματα, αυτή είναι η ουσία της δημοσιογραφίας που υπηρετεί με υποδειγματικό τρόπο η ομάδα του Catastroika.

Δείτε το Catstroika

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αναιρέσεις, τεύχος 18, Άνοιξη 2012)


Η επιστροφή των κλασικών


Σφυροδρέπανο; Κόκκινο χρώμα; Αυτό που μια δεκαετία πριν για τους γραφίστες στα ατελιέ των εκδοτικών οίκων θα ήταν η τελευταία λύση, σε καταχωνιασμένους υποφακέλους, αφού ένα εμπορικό εξώφυλλο βιβλίου που προορίζεται για τα «ευπώλητα» είχε άλλες προδιαγραφές, τώρα έχει ανέβει στην «επιφάνεια εργασίας». Οι κλασικοί του μαρξισμού έρχονται με δραματικό τρόπο στην επικαιρότητα, ακολουθώντας την ανάγκη των σκεπτόμενων ανθρώπων να ψηλαφίσουν μια λύση πέρα από τη σημερινή πραγματικότητα.

Συνέχεια

Η Αριστερά απέναντι στη μετανάστευση


«Είμαι άνθρωπος, τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο», έγραψε το 2ο αι. π.Χ. ο Τερέντιος, ο μεγαλύτερος Ρωμαίος κωμωδιογράφος. Οι αντιθέσεις και συγκρούσεις που αναπτύσσονται σήμερα στις κοινωνίες της Δύσης με τα σύγχρονα μεταναστευτικά ρεύματα οδηγούν στην αντιστροφή του ρητού: «Είμαι ξένος, τίποτε δεν μου είναι ανθρώπινο». Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι ο Τερέντιος υπήρξε δούλος που έγινε απελεύθερος. Σήμερα, σε αντίθεση με την αρχαιότητα, «δεύτερη ευκαιρία» για μια ανθρώπινη ζωή στους μετανάστες πολύ σπάνια δίνεται. Όσο μάλιστα επιτείνεται η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, τόσο βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι αντιθέσεις αυτές θα οξύνονται.

Η κρίση οξύνει τις αντιθέσεις

Το Συμβούλιο της Ευρώπης προχώρησε την προηγούμενη εβδομάδα στην εκτίμηση ότι τουλάχιστον μισό εκατομμύριο άνθρωποι επιθυμούν να εγκαταλείψουν την εμπόλεμη ζώνη της Λιβύης, να περάσουν στα γειτονικά κράτη και από εκεί να φτάσουν στην Ευρώπη. Την προηγούμενη Κυριακή δημιουργήθηκε σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας, καθώς οι γαλλικές αρχές σταμάτησαν ένα κομβόι μεταναστών προερχόμενο από την Ιταλία με όλα τα απαραίτητα έγγραφα στα σύνορα. «Μια επαίσχυντη συμπεριφορά από την πλευρά της Γαλλίας και μια κραυγαλέα παραβίαση της συμφωνίας του Σένγκεν», χαρακτήρισε το περιστατικό ο βρετανικός Ιντιπέντεντ, που έδωσε το δίκιο στην ιταλική κυβέρνηση, η οποία πλέον βρίσκεται κατάσταση πανικού εξαιτίας της άφιξης πάνω από 25.000 μεταναστών από τη Βόρεια Αφρική μόνο μέσα στους τελευταίους μήνες. Η Ιταλία πράττοντας το αυτονόητο, εξέδωσε χιλιάδες προσωρινές άδειες παραμονής, που επιτρέπουν στους κατόχους τους να ταξιδεύουν ελεύθερα εντός της Ευρώπης. Οπότε μετέτρεψε το πρόβλημά της σε πρόβλημα όλων. Σύμφωνα με έκθεση που υπέβαλλε Ολλανδή ευρωβουλευτής των σοσιαλιστών, πάνω από 23.000 άνθρωποι έφυγαν από την Τυνησία κι έφτασαν στο μικρό ιταλικό νησί Λαμπεντούζα, που έχει μόλις 5.000 κατοίκους!

Ανάλογος πανικός έχει καταλάβει και την ελληνική κυβέρνηση. «Πρέπει να πούμε στον κόσμο την αλήθεια. Η κατάσταση δεν θα είναι ποτέ πια όπως ήταν στο παρελθόν», είπε η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννα Νταλάρα, μιλώντας πριν λίγες ημέρες στο πλαίσιο συνεδρίου για θέματα Ασφάλειας και Άμυνας με θέμα την παράνομη μετανάστευση. Η υφυπουργός επιβεβαίωσε ότι ακρογωνιαίος λίθος της μεταναστευτικής πολιτικής είναι η αστυνόμευση και οι απελάσεις, ενώ επίκειται και νέο αυστηρότερο πλαίσιο. Με ανάλογο πνεύμα ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Χρήστος Παπουτσής, είπε ότι με την ενσωμάτωση του Λιμενικού Σώματος και της Ελληνικής Ακτοφυλακής στο υπουργείο του, συγκροτείται ένα ολοκληρωμένο σύστημα εσωτερικής ασφάλειας. Μόνο η Αριστερά, η δύναμη που πρέπει να εκφράσει ως συνείδηση αλλά και υλική δύναμη την εργαζόμενη πλειοψηφία όλης της Γης δεν διαθέτει «ολοκληρωμένο σύστημα» αντιμετώπισης του φαινομένου.

«Σεβασμό στο δικαίωμα της απεργίας» ζητούν 10.000 διαδηλωτές στο Παρίσι, σε απεργία των «χωρίς χαρτιά» τον Νοέμβριο του 2009. Πηγή: Photothèque rouge

Τι πρόσημο έχει η μετανάστευση; Ακόμη και εντός της Αριστεράς οι γνώμες ποικίλλουν σε μια ευρύτατη γκάμα αποχρώσεων: Από το χαρακτηρισμό του φαινομένου ως «ευλογία» μέχρι την υιοθέτηση ξενοφοβικών θέσεων και προτάσεων. Χαρακτηριστικότερη όμως είναι η τάση που παρακάμπτει μια ιδεολογική και φιλοσοφική τοποθέτηση απέναντι στο σύγχρονο αυτό κοινωνικό φαινόμενο, προκρίνοντας μια άμεση πολιτική της πράξης, με περισσότερο ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά. Άλλη πάλι θέση συνοψίζεται στο σύνθημα «σύνορα ανοιχτά για την εργατιά»: Μια αφελής θεώρηση που θέλει να απαντήσει στην κατασταλτική πολιτική των κρατών με την άλλη όψη του νομίσματος. Είναι όμως η επιτακτικότητα του ζητήματος τέτοια στην ημερήσια διάταξη τη πολιτικής επικαιρότητας, που η αοριστία πλέον δεν συγχωρείται.

Κι αυτό γιατί δεν βρισκόμαστε πλέον στη μετανάστευση της εποχής του Μαρξ ή του Λένιν. Τα μεταναστευτικά κύματα των δύο προηγούμενων αιώνων συνδεδεμένα με την αποικιοκρατία και το βιομηχανικό καπιταλισμό είχαν άλλη κλίμακα. Σήμερα εξελίσσεται ένα εκρηκτικό φαινόμενο, παράγωγο της σύγχρονης εποχής, συνδεδεμένο με την παγκοσμιοποίηση και την παγκόσμια οικονομική κρίση. Είμαστε μάρτυρες του μεγαλύτερου μεταναστευτικού ρεύματος στην ιστορία, με νέα χαρακτηριστικά. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι σύμφωνα με την έκθεση που εξέδωσε ο ΟΗΕ για τη νέα χιλιετία, 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι στην υφήλιο είναι υποχρεωμένοι να ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Και οι αβυσσαλέες ανισότητες δεν υφίστανται μόνο μεταξύ κρατών αλλά και εντός των ίδιων των ανεπτυγμένων χωρών: Εκεί που ζει και αναπτύσσεται σε μια σκοτεινή ζώνη του κοινωνικού λυκόφωτος ένας τέταρτος κόσμος της φτώχειας. Όλα αυτά αποτελούν την πρώτη ύλη για μια ποιοτικά νέα κατάσταση.

Αυτό που πολύ συχνά ξεχνιέται είναι η διπλή φύση της μετανάστευσης. Από τη μια μεριά το φαινόμενο αυτό οδηγεί στην ομογενοποίηση της παγκόσμιας εργατικής τάξης, μια τάση που είναι εν δυνάμει επαναστατική. Το αίτημα για προλεταριακό διεθνισμό υπάρχει στη φαρέτρα του μαρξισμού από τη ληξιαρχική πράξη γέννησής του, το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ και Ένγκελς, στην περίφημη φράση «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σήμερα βλέπουν αυτή την επαναστατική προτροπή να παίρνει υλική υπόσταση στις μεταναστευτικές ορδές που οργώνουν την υφήλιο και συνενώνονται στα αστικά κέντρα των ανεπτυγμένων χωρών. Ωστόσο, υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, που είναι ως γνωστόν και πάντα αθέατη στο γυμνό μάτι. Η δεύτερη φύση του φαινομένου προκύπτει από τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς σε μια χώρα, από τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που απλώνονται σε όλο τον πλανήτη και συντελούν τελικώς στον ευνουχισμό αυτού του «δυνάμει» χαρακτηριστικού. Ο νόμος του ανταγωνισμού που κυριαρχεί στον καπιταλισμό παρεμβαίνει και την ομογενοποίηση της εργατικής τάξης τη σπρώχνει προς τα κάτω, συμπιέζοντας τους μισθούς. Ο νεολογισμός «κινεζοποίηση» περιγράφει αυτό ακριβώς το φαινόμενο στην πιο ακραία του μορφή, τους μισθούς δηλαδή που εξασφαλίζουν απλώς την υλική επιβίωση. Για το λόγο αυτό, το φαινόμενο της μετανάστευσης στις μέρες μας δεν έχει τίποτα από την επαναστατική του δυναμική, παρά είναι στην ουσία του αντιδραστικό.

Τι γίνεται στις χώρες προέλευσης των μεταναστών; Η μαζική φυγή του εργατικού δυναμικού εκτονώνει την εκρηκτική συνήθως ανεργία και κατ’ αυτό τον τρόπο διευκολύνεται το έργο των κυβερνήσεων στην αντιμετώπιση των τάσεων για εξέγερση. Κατ’ αυτό τον τρόπο όμως αδυνατίζουν τα κινήματα που ζητούν κοινωνική αλλαγή ή μεταρρυθμίσεις. Ανάγεται σε μοντέλο ζωής και ενθαρρύνεται η ατομική λύση, ο μοναχικός δρόμος προς τη σωτηρία, μακριά από τα κοινά συμφέροντα που δένουν ένα λαό και μια εθνική εργατική τάξη.

Όμως και στις χώρες υποδοχής, κανείς δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια για τις συνέπειες του μεταναστευτικού φαινομένου. Η μαζική εισροή μεταναστών αξιοποιείται αντικειμενικά από το κεφάλαιο για να ρίξει την τιμή της εργατικής δύναμης. Υπό την ανοχή φυσικά των κρατικών αρχών (όπως η Επιθεώρηση Εργασίας, τα υπουργεία κ.λπ.) δημιουργείται μια παράλληλη «βάρδια» εργαζομένων, χωρίς πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, με εξευτελιστικούς μισθούς και μεροκάματα, που επιβιώνουν τελικώς λαθραία και στη «σκιά» της εργατικής νομοθεσίας, αλλά και οποιασδήποτε νομοθεσίας. Το γεγονός αυτό δεν είναι μονοσήμαντο. Από τη μία μεριά θέτει το επιτακτικό καθήκον στην Αριστερά να παλέψει για την άρση των ανισοτήτων αυτών, από την άλλη όμως συνιστά ένα γερό χτύπημα στην ντόπια εργατική τάξη για όσο διάστημα η κατάσταση αυτή συντηρείται. Πρώτον, διαιρεί σε κατηγορίες και διασπά την ενότητα των εργαζομένων, κάτι που φυσικά επιδιώκουν αντικειμενικά οι εργοδότες. Δεύτερον, οι μάζες των κακοαμοιβόμενων μεταναστών συγκροτούν έναν πολυάριθμο εφεδρικό «στρατό» που χτυπά τα κεκτημένα εργατικά δικαιώματα. Συνιστούν δηλαδή ένα εργαλείο κοινωνικού ντάμπινγκ.

Στη διαπίστωση ότι η μετανάστευση είναι στις μέρες μας πρωτίστως αντιδραστικό φαινόμενο, διατυπώνονται ορισμένες ενστάσεις. Πρώτη ένσταση: «Είναι πρωτίστως άνθρωποι σε ανάγκη που χρειάζονται την αλληλεγγύη μας». Κανείς φυσικά δεν θα διαφωνήσει με αυτό. Πρέπει να γίνει όμως ένας ουσιώδης διαχωρισμός: Ένα ζήτημα είναι το ίδιο το μεταναστευτικό φαινόμενο στη σύγχρονη εποχή και πώς κανείς το αντιμετωπίζει. Ένα άλλο ζήτημα αποτελεί η στάση απέναντι στους ανθρώπους που καλώς ή κακώς βρέθηκαν στον τόπο μας και ζητούν δουλειά και δικαιώματα. Μια συνεπής στάση μπορεί να συνοψισθεί στη φράση «κατά της μετανάστευσης αλλά υπέρ των μεταναστών», με την ίδια έννοια που η Αριστερά παλεύει κατά της ανεργίας αλλά υπέρ των ανέργων.

Δεύτερη ένσταση: «Η ιστορία του ανθρώπου από τα πρώτα βήματά του πάνω στη Γη είναι συνυφασμένη με τις μετακινήσεις και μεταναστεύσεις». Το γεγονός αυτό δεν συνιστά σε καμία περίπτωση συνηγορία υπέρ των μεταναστεύσεων. Πρώτον, επειδή από τη αυγή της ανθρωπότητας μέχρι τις μέρες μας ήταν η ανάγκη για επιβίωση που έσπρωχνε σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Δεύτερον, επειδή και άλλα φαινόμενα συνοδεύουν τον άνθρωπο για χιλιετίες, το γεγονός αυτό όμως δεν τα κατατάσσει σε όσα θέλει να κρατήσει ο κόσμος μας: Κορυφαίο παράδειγμα οι πόλεμοι, οι αιμοτοχυσίες και οι αλληλοσφαγές. Μήπως αυτά είναι προοδευτικά φαινόμενα;

Τρίτη ένσταση: «Αν τάσσεται κανείς με το αίτημα για κλειστά σύνορα, τότε υποστηρίζει τους αιματοβαμμένους φράκτες του Παπουτσή». Η θέση αυτή διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Οι φράκτες στον Έβρο και οι ένοπλες περιπολίες της Frontex και των ντόπιων συνοριοφυλάκων πρέπει διαμιάς να καταργηθούν. Όχι μόνο επειδή ευθύνονται για θανάτους ανθρώπων. Αλλά και επειδή η μετανάστευση είναι τέτοιο ορμητικό ποτάμι που η ροή της δεν σταματά με τέτοια αστυνομικού τύπου μέτρα. Όπως το νερό κυλά μέσα από τα δάχτυλα, έτσι και ένας φράχτης 2,5 χιλιομέτρων δεν αρκεί για μια γραμμή 200 χιλιομέτρων από χερσαία μόνο σύνορα. Ο στόχος άλλωστε της καταστολής αυτού του τύπου βρίσκεται εντός συνόρων: Στο να φύγει η προσοχή από τη δραματική κοινωνική πραγματικότητα που πλήττει την εργαζόμενη πλειοψηφία και να εστιαστεί στο αστυνομικό κυνήγι ενός αόρατου εχθρού που λειτουργεί επιπλέον ως αποδιοπομπαίος τράγος.

Συνεπώς, το μεταναστευτικό δεν είναι πρόβλημα ρατσισμού ή έλλειψης ανθρωπιάς. Έχει την καρδιά του στο ευρύτερο ζήτημα της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και εκεί βρίσκεται και η λύση του. Οι μετανάστες άλλωστε δεν έχουν ανάγκη από μια Αριστερά προστάτη των «μειονοτήτων» οι οποίες απλώς στερούνται κάποιων δικαιωμάτων και γίνονται στόχος ακραίων δεξιών και φασιστικών επιθέσεων. Όσο η συζήτηση του μεταναστευτικού εξαντλείται σε αυτό το επίπεδο, τόσο πετυχαίνει ένα ευφυές σχέδιο κοινωνικού αυτοματισμού, που θα μπορούσε να πάρει τον κωδικό τίτλο «Εξάρχεια εναντίον Αγίου Παντελεήμονα». Η αντιπαράθεση των «άκρων» όπως εξελίσσεται μέχρι σήμερα η πάλη για την υπεράσπιση των μεταναστών, αφήνει τον κατάλληλο χώρο για να επικρατήσει τελικώς μια «μέση» υποτίθεται νηφάλια κυβερνητική παρέμβαση, των ΜΑΤ, της τάξης και της αντεργατικής πολιτικής που αγγίζει όλους. Η αντιπαράθεση με την ακροδεξιά είναι μέρος του γενικότερου δημοκρατικού ζητήματος. Την πάλη δηλαδή για να αποκαλυφθεί και να εξουδετερωθεί το παρακράτος των τραμπούκων και των παρακολουθήσεων, ο παρακρατικός εκτελεστικός βραχίωνας τύπου Χρυσής Αυγής, αλλά και το μιντιακό υπερκράτος των επιχειρηματιών που συντονίζει τις επιθέσεις όλων των παραπάνω.

Ο Νέγκρι και οι «μετακινήσεις του πλήθους»
ΑΤΑΞΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΑΣΚΟΥΝ ΓΟΗΤΕΙΑ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Οι Τόνι Νέγκρι και Μάικλ Χαρντ γράφουν στο πολύ γνωστό έργο τους Αυτοκρατορία: «Μέσω της κυκλοφορίας, το πλήθος επανιδιοποιείται το χώρο και αυτοσυγκροτείται ως ενεργό υποκείμενο. Οι κινήσεις αυτές συχνά συνεπάγονται ως αντίτιμο φρικτές δοκιμασίες, ταυτόχρονα όμως ενέχουν μια επιθυμία απελευθέρωσης οποία δεν κατασιγάζεται παρά μόνον επανιδιοποιούμενη νέους χώρους». Μιλούν για τα μεταναστευτικά κύματα. Και συνεχίζουν: «Το πλήθος αποκτά τη δύναμη να βεβαιώσει την αυτονομία του ταξιδεύοντας και εκφραζόμενο μέσω ενός μηχανισμού εκτεταμένης, εγκάρσιας εδαφικής επανιδιοποίησης». Οι λέξεις-κλειδιά στο παραπάνω απόσπασμα αλλά και σε όλο το έργο του Νέγκρι είναι «κυκλοφορία», «κίνηση», «ταξιδεύω». Ο όρος «μετακίνηση του πλήθους» αντικαθιστά τον όρο «μετανάστευση» σε ολόκληρο το βιβλίο των 600 σελίδων. Γι’ αυτό άλλωστε και το αίτημα που διατυπώνουν οι συγγραφείς είναι «απεριόριστες διαδρομές» και «παγκόσμια υπηκοότητα».

Είναι αυτή η ιδεολογική και θεωρητική βάση για τις σύγχρονες απόψεις που αποδίδουν στη μετανάστευση μια απελευθερωτική δήθεν διάσταση και αρνούνται την αντιδραστική της φύση. Οι θέσεις αυτές παραβλέπουν με χαρακτηριστική αφέλεια το γεγονός ότι ελατήριο όλων των μεταναστεύσεων της ιστορίας υπήρξε η ανάγκη, η έλλειψη πόρων για επιβίωση, ο πόλεμος και οι φυσικές καταστροφές. Με ένα μοντέλο που μοιάζει να προέκυψε με βάση τις σύγχρονες μετακινήσεις των φοιτητών και των ακαδημαϊκών από χώρα σε χώρα της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής, ερμηνεύεται μια από τις πιο δραματικές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόκειται βέβαια για αταξικές αναλύσεις, που στη θέση των κοινωνικών τάξεων ως δημιουργών της ιστορίας τοποθετούν ένα ανώνυμο και ομογενοποιημένο «πλήθος».

Παρόλ’ αυτά, οι θέσεις αυτές ασκούν μεγάλη γοητεία σήμερα στην ελληνική Αριστερά. Σε πρόσφατη εκδήλωση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ για το μεταναστευτικό, ο Αλέξης Τσίπρας μετά από σχετική ερώτηση του Πριν, δήλωσε υπέρ του Νέγκρι και εξήγησε: «Η ανθρωπότητα εξαρχής στηρίχθηκε στις μετακινήσεις. Δεν μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι η βάση της ιστορίας είναι αντιδραστική». Όμως και αλλού επιβιώνουν λαθραία οι απόψεις του Νέγκρι: Όταν ακούγεται το σύνθημα «σύνορα ανοιχτά για την εργατιά». Όταν από το δράμα τη μετανάστευσης και της προσφυγιάς τονίζεται ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της παρουσίας τους, σαν η παρουσία τους να οφείλεται σε διάθεση για γιορτή. Αλλά και κάθε φορά που υποχωρεί η ταξική οπτική στο φαινόμενο, για χάρη της ανθρωπιστικής προσέγγισης.

Κατάργηση του συστήματος που γεννά μετανάστες
ΚΑΝΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΤΙΑ

Το πρωταρχικό διεθνιστικό καθήκον είναι να χτυπηθούν και να εκλείψουν οι αιτίες που οδηγούν στη μετανάστευση. Να ανατραπεί δηλαδή το σύστημα που γεννά φτώχεια και εξαθλίωση σε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πλανήτη και σπρώχνει τις απελπισμένες μάζες σε αναζήτηση ενός αμφίβολου μέλλοντος. Πιο άμεσο αίτημα είναι να σταματήσουν οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που σπέρνουν τον τρόμο, το θάνατο και δημιουργούν αντικειμενικά τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα. Με αυτή την έννοια, ένα άμεσο και διεθνιστικό ζήτημα πάλης είναι να σταματήσει η εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό μηχανισμό που διεξάγει και σήμερα πολέμους και να επιστρέψουν τα στρατεύματα από τη Λιβύη, το Αφγανιστάν και τις άλλες εστίες πολέμου.

Τι γίνεται όμως με όσους μετανάστες έχουν διαβεί το Ρουβίκωνα και βρίσκονται ήδη στη χώρα μας; Φυσικά προέχει να αρθεί η πολυπλόκαμη εκμετάλλευσή τους. Εκμετάλλευση από το κράτος που τους θέλει ημιπαράνομους για να μην έχουν πολιτικά δικαιώματα. Εκμετάλλευση από τους εργοδότες για να τους πληρώνουν μαύρα. Εκμετάλλευση από τους δουλέμπορους για να θησαυρίζουν σε βάρος τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι μη κοινοτικοί μετανάστες στη χώρα μας είναι 800.000. Η πλειοψηφία τους ζει και εργάζεται για χρόνια στη χώρα. Πάνω από τους μισούς, 400.000 άτομα, είναι αυτοί που δεν έχουν χαρτιά. Άλλο στοιχείο λέει ότι 150.000 μετανάστες από το 2008 έχουν χάσει το δικαίωμα για άδεια παραμονής λόγω κρίσης. Ο λόγος; Ότι η άδεια παραμονής συνδέεται με τα ένσημα που παρουσιάζουν. Αν είναι κάτω από έναν αριθμό, στερούνται την άδεια.

Πρώτο μέτρο λοιπόν είναι η νομιμοποίηση όλων χωρίς όρους. Κανείς μετανάστης χωρίς χαρτιά, κανένας εργαζόμενος χωρίς ασφάλιση. Το συγκεκριμένο μέτρο είναι αυτό που μπορεί να ανακουφίσει την κατάσταση: Να χτυπήσει τη μαύρη εργασία και το κοινωνικό ντάμπινγκ, ενώ είναι προϋπόθεση για να υπάρχουν ίσα μεροκάματα και ίσα δικαιώματα. Χτυπάει επιπλέον το δουλεμπόριο και αίρει τους διαχωρισμούς με την ντόπια εργατική τάξη. Δεύτερο μέτρο είναι η κατάργηση της κατάπτυστης συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ». Σε αυτό το σημείο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει πολύ βαριές ευθύνες. Το 2003 ο Κώστας Σημίτης ως πρωθυπουργός και ο Γιώργος Παπανδρέου ως υπουργός Εξωτερικών υπέγραψαν να γίνει η χώρα μας αποθήκη ανθρώπων. Χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες που έχουν άλλο προορισμό παραμένουν εγκλωβισμένοι λόγω της συνθήκης «επαναπροώθησης στη χώρα εισόδου». Όπως έδειξε το παράδειγμα της Ιταλίας, η πίεση από τις μεταναστευτικές ροές μπορεί να μετριαστεί σε σημαντικό βαθμό αν εφοδιαστούν οι άνθρωποι με ταξιδιωτικά ντοκουμέντα και αφεθούν να προχωρήσουν στον πραγματικό τους προορισμό. Τρίτο μέτρο είναι η οργάνωση των μεταναστών στα συνδικάτα και σε όλα τα μαζικά όργανα πάλης, για να αρθούν οι τεχνητοί διαχωρισμοί στο σώμα της εργατικής τάξης. Από αυτή την άποψη είναι σημαντικό λάθος να ιδρύονται συνδικάτα με βάση την εθνικότητα, που συντηρούν και αναπαράγουν τις διαιρέσεις. Τέταρτο μέτρο είναι η αξιοπρεπής μεταχείριση των αιτούντων άσυλο και όλων των προσφύγων. Είναι τραγικό το γεγονός ότι ο λόγος που σήμερα κερδίζει έδαφος το αίτημα για να αλλαγή της συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» είναι η απερίγραπτη κατάσταση στα κέντρα υποδοχής, ειδικά της χώρας μας.

Για όλα τα παραπάνω είναι φυσικά αναγκαία μια βαθύτερη μαρξιστική ανάλυση, κάτι που υπερβαίνει αυτό το κείμενο.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 23-4-2011)

Σχόλια – κριτικές:
Indymedia
Gatouleas
Πρωτοβουλία για την Αντισυστημική Αριστερά
Αριστερό Βήμα
Fadomduck
Δημήτρης Αργυρός
Αφορμή

Σαρώνει μύθους και τηλεθέαση το Debtocracy


Πέντε δυσκολίες αναφέρει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ότι συναντά κανείς για να πει και να γράψει την αλήθεια: Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια, παρόλο που παντού την καταπνίγουν. Την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού. Την τέχνη να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο. Την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη. Και τέλος, την πονηριά να τη διαδώσει ανάμεσά τους. Με αυτές τις δυσκολίες έπρεπε να αναμετρηθεί μία προς μία το Debtocracy ή αλλιώς Χρεοκρατία, το πρώτο ντοκιμαντέρ για την ελληνική και την παγκόσμια κρίση, που επέλεξε τη σκοπιά των εργαζομένων για να πει την αλήθεια. Και τα κατάφερε πέρα από κάθε προσδοκία.

Μόνο στο διαδίκτυο, μέχρι στιγμής είναι 600.000 οι προβολές της ταινίας. Στις 5 πρώτες μέρες της δημοσιοποίησής της, την είδε μισό εκατομμύριο! Οι ρυθμοί αναπαραγωγής της από μπλογκ και ιστοσελίδες άγγιξαν το «κόκκινο». Ήδη βέβαια το ντοκιμαντέρ έχει αφήσει το «μικρόκοσμο» του διαδικτύου και ξεκίνησε την πορεία του στην τηλεόραση και στις αίθουσες δημόσιων προβολών, ενώ σύντομα θα φιλοξενηθεί και σε κινηματογράφους. Ο κύκλος ενασχόλησης, που περιλαμβάνει φυσικά αρκετούς επαίνους αλά και λίβελους, έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό, περιλαμβάνοντας διαδικτυακές συζητήσεις και σχολιασμούς σε πηγαδάκια, που σύμφωνα με τον Μιχάλη Ιγνατίου όπως μετέδωσε σε πρωινή εκπομπή του Μέγκα, έφτασαν μέχρι την Ουάσινγκτον και τα στελέχη του ΔΝΤ!

Δημοσιογραφική οικονομία λόγου και επιστημονική τεκμηρίωση, αποδεικνύουν ότι οι επιλογές που επέβαλλε η κυβέρνηση δεν ήταν μονόδρομος

Το μεγάλο όπλο που εξασφάλισε την πρωτοφανή αυτή διεισδυτικότητα σε ένα τόσο πλατύ κοινό είναι βέβαια το περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ, του οποίου το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφουν οι Άρης Χατζηστεφάνου και Κατερίνα Κιτίδη, ενώ την επιστημονική επιμέλεια έχει ο Λεωνίδας Βατικιώτης. Όταν ο επικεφαλής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, μιλώντας από το βήμα της Βουλής, παρομοίασε το ρόλο του με αυτόν ενός γιατρού, αυτόματα δημιουργήθηκε στη σκέψη εκατομμυρίων τηλεθεατών και ακροατών η σύνδεση με τις περίφημες παρομοιώσεις του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Κι όμως, κανένα μέσο ενημέρωσης και κανένα τοκ σόου δεν ανέφερε ότι η φρασεολογία του ΔΝΤ μας θυμίζει χούντα. Το Debtocracy όμως ξεκινά με αυτά τα λόγια. Είναι ένα ντοκιμαντέρ που δίνει φωνή και αιτιολόγηση στα γεγονότα και τις απόψεις που μέχρι στιγμής έμειναν στο περιθώριο των μέσων ενημέρωσης, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Ένα ντοκιμαντέρ που με τη δημοσιογραφική οικονομία λόγου και την επιστημονική τεκμηρίωση, αποδεικνύει ότι οι επιλογές που επέβαλλε η κυβέρνηση από τον Μάιο του 2010 δεν ήταν μονόδρομος.

«Η κυβέρνησή μας, μας αποκαλούσε κοπρίτες και οι δανειστές μας γουρούνια», είναι η αφοπλιστική ειλικρίνεια του ντοκιμαντέρ που το έκανε εν ριπή οφθαλμού τόσο δημοφιλές. «Οι κυβερνώντες έκαναν στάση πληρωμών στους πολίτες, επιχειρώντας να σώσουν τους δανειστές τους», υπογραμμίζεται χωρίς τα γνωστά δημοσιογραφικά στρογγυλέματα. Περαιτέρω, η Χρεοκρατία αποκαλύπτει σε έκταση το παράδειγμα του Ισημερινού για να επισημάνει το πόσο η πολιτική βούληση παίζει ρόλο στην τελική έκβαση των «μαχών» που δίνει μια χώρα με τους πιστωτές της. Επιστήμονες που διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στο λογιστικό έλεγχο και τη μονομερή διαγραφή του χρέους της λατινοαμερικανικής χώρας, εξηγούν στην κάμερα πότε ένα χρέος είναι παράνομο, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Πέρα από την ενθουσιώδη υποδοχή, από την πρώτη στιγμή εκδηλώθηκε και η πολεμική. Ασφαλώς δεν είναι άσχετη του περιεχομένου του ντοκιμαντέρ, η απόλυση από το Σκάι του Άρη Χατζηστεφάνου, λίγες μέρες αφότου έγινε γνωστό το περιεχόμενο του Debtocracy. Την Τετάρτη έγραψε ο Γιάννης Πρετεντέρης στα Νέα, μιλώντας για τους δημοσιογράφους και την κρίση του Τύπου: «Μια ετερόκλητη αλλά απολύτως διακριτή συμμαχία ακραίων κομματικών χώρων, περιθωριακών ακτιβιστών και επιτηδείων, θεώρησε ότι η κρίση μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία». Το σχέδιο των ακραίων αυτών στοιχείων είναι κατά τον Γ. Πρετεντέρη «να τρωθεί η αξιοπιστία και η επιρροή των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης από αναπόδεικτες διαβολές για «καθεστωτική δημοσιογραφία», «εξυπηρέτηση συμφερόντων» και άλλες συναφείς ηλιθιότητες». Μιλά μάλλον για τις «ηλιθιότητες» που περίμεναν εκατοντάδες χιλιάδες, ώστε να πληροφορηθούν για το τι πραγματικά συμβαίνει στην οικονομία της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου. Υπό αυτό το πρίσμα, εύκολα ερμηνεύεται και ο λόγος που απέκλεισαν τους συντελεστές του Debtocracy με άνωθεν εντολή από εκπομπή σε κρατικό μέσο…

Δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι η θεωρία της ταξικής ανάλυσης της οικονομίας και η αταλάντευτη στάση υπέρ της εργαζόμενης πλειοψηφίας που κάνει το ντοκιμαντέρ της Χρεοκρατίας ανεπιθύμητο από ορισμένους κύκλους. Συγκεκριμένα: Η αναφορά του Debtocracy στους εξοπλισμούς και την τακτική της Γερμανίας να επιβάλλει την αγορά όπλων στη χώρα μας, παρά την κρίση χρέους. Ο χαρακτηρισμός της Ολυμπιάδας ως «εγκληματικής απόφασης» και το ξεμπρόστιασμα του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης, Γιώργου Βουλγαράκη, που κόμπαζε σε αμερικανικό κανάλι ότι «το λογαριασμό των Ολυμπιακών θα τον μάθουμε μετά τη λήξη τους». Αλλά και η υπόδειξη των σχέσεων διαφθοράς με τη Ζίμενς και την Γκόλντμαν Σαξ ως συνυπεύθυνες για το χρέος.

Το ντοκιμαντέρ δεν συνιστά φυσικά πολιτική πλατφόρμα της Αριστεράς. Καταδεικνύει με παραστατικό τρόπο και ακλόνητα επιχειρήματα τις ευθύνες για τη δημιουργία του χρέους, τις πολιτικές συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ στοιχειοθετεί και μια πρόταση προς τη διέξοδο: Τη δημιουργία της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους. Όπως τονίζεται βέβαια, «η ΕΛΕ είναι ένα πολύτιμο όπλο σε μια μεγαλύτερη μάχη που θα διεξαχθεί με τους παραδοσιακούς τρόπους που δίνονται αυτές οι μάχες εδώ και αιώνες». Εξάλλου, γύρω από το ντοκιμαντέρ έχει συνταχθεί ένα κείμενο ερωτήσεων και απαντήσεων και ένα παράλληλο φόρουμ ανταλλαγής απόψεων, που βρίσκεται στην ιστοσελίδα www.debtocracy.gr.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 17-4-2011)

«1821»: Πώς Σκά(ε)ι μια Επανάσταση…

Από το ντοκιμαντέρ λείπουν εντελώς τα επεισόδια εκείνα κατά τη διάρκεια της επανάστασης που δείχνουν τις κοινωνικές και ταξικές συγκρούσεις της εποχής

Εκατόν ενενήντα χρόνια συμπληρώνονται από τον Μάρτιο του 1821, όταν ξεκίνησε η μεγάλη εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση που έμελλε να αποτινάξει την οθωμανική κυριαρχία και να θέσει τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους. Από τότε μέχρι σήμερα, από τα απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών της εποχής μέχρι τους σύγχρονους επιστήμονες της ιστορίας, δεν έχει σταματήσει μια διαπάλη ιδεών για την ερμηνεία της Επανάστασης, την ανίχνευση των κινήτρων της, τη διερεύνηση των κοινωνικών δυνάμεων που την έφεραν σε πέρας αλλά και των αποτελεσμάτων της.

Η τηλεοπτική παραγωγή του Σκάι με τίτλο «1821, η γέννηση ενός έθνους κράτους», που συνοδεύτηκε από την έκδοση πέντε τόμων, επανέφερε στη δημόσια συζήτηση μια εναλλακτική θεώρηση των συνταρακτικών εκείνων γεγονότων, σε σχέση με την «εθνική» και εθνοκεντρική ιστοριογραφία που έχει τις ρίζες της στους πρώτους ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας, οι οποίοι υπήρξαν και αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων. Η εναλλακτική αυτή οπτική του ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στον τηλεοπτικό Σκάι, που καταγράφηκε στα πέντε βιβλία της σειράς και που συζητήθηκε από τους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σχολιαστές του σταθμού, έφερε εκ νέου στην επιφάνεια την αντίθεση μεταμοντέρνου και εθνικού. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέδρασαν και μόνο στο άκουσμα του τίτλου, δηλώνοντας αηδιασμένοι από την «αντεθνική προπαγάνδα», η οποία τολμά να μιλά για γέννηση του έθνους τόσο αργά. Επώνυμα σχόλια στην ιστοσελίδα της σειράς αναφέρουν για παράδειγμα πως «χρειάζεται μεγαλύτερη ευσυνειδησία όταν αναφερόμαστε στα ιερά και στα όσια της πατρίδας μας» ή ότι «το να «στρογγυλεύουμε αιχμηρές γωνίες» δεν αποτελεί επιστημονική προσέγγιση της Ιστορίας, αλλά ένδειξη δουλικότητας και ραγιαδισμού προς τον γείτονα», για να αναφέρουμε τις πιο μετριοπαθείς φωνές.

Φαίνεται ότι ξεκίνησε τρίτος γύρος αντιπαράθεσης, μετά το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού που επιμελήθηκε η Μαρία Ρεπούση (το οποίο αποσύρθηκε) και μετά το βιβλίο Τι ’ναι η πατρίδα μας της υφυπουργού Παιδείας Θάλειας Δραγώνα (η οποία τελικώς παραιτήθηκε). Παγιώνεται έτσι ένα ψευδές δίπολο: Από τη μία πλευρά μια εθνοκεντρική τάση στην ιστορία, που ερμηνεύει τα γεγονότα στη βάση της αδιάσπαστης συνέχειας του έθνους, αναπαράγοντας μύθους και στρεβλώσεις, και από την άλλη μεριά ένα νέο και «αιρετικό» ρεύμα, το οποίο αποκαλύπτει τους μύθους και διατυπώνει μια εναλλακτική εκδοχή. Οι αντιτιθέμενες παρατάξεις όμως στην πραγματικότητα βρίσκονται στην ίδια πλευρά. Η μία αποτελεί το κατοπτρικό είδωλο της άλλης, καθώς τόσο η εθνοκεντρική όσο και η μεταμοντέρνα άποψη έχει σαν βάση της μια αταξική θεώρηση της ίδιας της κοινωνίας και των γεγονότων της ιστορίας.

Αντίθετα με τον Κολοκοτρώνη, που παρουσιάζεται ως φιλάργυρος τοπικιστής, το ντοκιμαντέρ του Σκάι επιφυλάσσει πολύ ευνοϊκή μεταχείριση στον Καποδίστρια που κατάργησε το Σύνταγμα του 1827

Η ιστορία της Επανάστασης του 1821 μένει ημιτελής και μετέωρη, σαν τα σχεδιάσματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού, αν δεν απαντηθεί η ερώτηση γιατί: Γιατί ξέσπασε τότε και όχι νωρίτερα ή αργότερα, γιατί είχε τους συγκεκριμένους εμπνευστές, γιατί γεννήθηκε εξαρχής η ιδέα του Σηκωμού. Η σειρά του Σκάι, 1821, δεν δίνει έμφαση σε αυτά τα ερωτήματα. Στο 2ο επεισόδιο της σειράς δίνεται μια απάντηση: «Η δύναμη των ιδεών συνέβαλλε περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα στη δημιουργία μιας νέας εθνικής οντότητας». Λίγο αργότερα ο καθηγητής Θάνος Βερέμης, επιστημονικός σύμβουλος της παραγωγής, εξηγεί στην κάμερα: «Η νέα τάξη των εμπόρων είναι μικρή σε αριθμό, έχει καταλάβει όμως ότι ο αγώνας για ανεξαρτησία είναι αγώνας ιδεών». Οι ιδέες άραγε αρκούν για να γεννήσουν το όραμα μιας επανάστασης και να σπρώξουν τόσες χιλιάδες ανθρώπους στα πεδία των μαχών και στο θάνατο; Ως προς το υπόβαθρο της Επανάστασης, η σειρά του Σκάι καταδεικνύει μόνο τη φτώχεια και τη σχετική εξαθλίωση του αγροτικού πληθυσμού κατά τα χρόνια της ύστερης τουρκοκρατίας. Φυσικά και αυτοί οι παράγοντες είναι πολύ ουσιαστικοί, όμως και πάλι, λείπει η γενεσιουργός αιτία.

Αυτή δεν άλλη από την «ενηλικίωση» της μέσης κοινωνικής τάξης, που στις αρχές του 19ου αιώνα βρίσκεται στο μεταίχμιο να μεταφράσει την οικονομική της ισχύ σε πολιτική. Ο Νίκος Σβορώνος στην Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας εξηγεί ότι «η αμεσότερη συνέπεια της οικονομικής ανόδου των Ελλήνων στο 18ο αιώνα υπήρξε ο σχηματισμός κάποιας αστικής τάξης». Όπως αναλύει ο Λεωνίδας Στρίγκος στο βιβλίο Η επανάσταση του Εικοσιένα (πρακτικά συνεδρίου, Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών), «στο εξωτερικό οι έμποροι των παροικιών άρχισαν να εκτοπίζονται από το ντόπιο κεφάλαιο, ρωσικό, γαλλικό, αγγλικό κ.λπ. Εκτοπίζονταν και ήθελαν να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους. Επενδύσεις γίνονται όταν υπάρχει αγορά. Επαρκής αγορά δεν υπήρχε. Ο Αλή Πασάς άρπαζε τις ιδιοκτησίες, έπνιγε τις βιοτεχνίες. Δηλαδή πνίγονταν τα φύτρα του καπιταλισμού που αναπτύσσονταν». Για το λόγο αυτό λοιπόν η συγκεκριμένη τάξη έθεσε ως στόχο των επιδιώξεών της τη δημιουργία ενός φιλελεύθερου κράτους. Όπως το θέτει ο Καρλ Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου: «Το εμπόριο επιδρά παντού περισσότερο ή λιγότερο διαλυτικά στις υπάρχουσες οργανώσεις της παραγωγής». Φυσικά, η ελληνική αστική τάξη έχει ακόμη πολύ χαμηλό επίπεδο οργάνωσης και συνείδησης, κάτι που άλλωστε αντανακλάται και στο γεγονός ότι παρά την ηγεμονική της θέση στις παραμονές της Επανάστασης, την χάνει αργότερα.

Βέβαια, στο ντοκιμαντέρ του Σκάι η μόνη αναφορά στους αστούς ως τάξη γίνεται στο 2ο επεισόδιο, μιλώντας μάλιστα για τη Γαλλία. Όπως ξεκαθαρίζουν άλλωστε οι Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος, στον β’ τόμο της έντυπης σειράς («Η συγκρότηση εξουσίας στην επαναστατημένη Ελλάδα») είναι «λάθος η προβολή των εμπόρων ως διακριτής κοινωνικής ομάδας και μοχλού της εθνικής κίνησης των Ελλήνων». Η διαίρεση του ελληνικού στρατοπέδου, η οποία όπως είναι γνωστό, οδήγησε και σε δύο εμφύλιες συρράξεις κατά τη διάρκεια της επανάστασης, ερμηνεύεται με διαφορετικά κριτήρια. Στο 4ο επεισόδιο, όπου περιγράφεται η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, υιοθετείται το σχήμα αντίθεσης μεταξύ του κόμματος των πολιτικών (Φαναριώτες και προεστοί) και του κόμματος των στρατιωτικών (οπλαρχηγοί). Μια άλλη ματιά, περισσότερο διεισδυτική, αυτή του Γιώργου Δεληγιάννη (στο Η επανάσταση του Εικοσιένα) αναλύει την ταξική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης και αποκαλύπτει ότι από τους 55 αντιπροσώπους, οι 20 ήταν γαιοκτήμονες, οι 13 πλοιοκτήτες, οι 12 διανοούμενοι, οι 4 στρατιωτικοί αρχηγοί, οι 3 αρχιερείς και οι 3 μεγαλέμποροι. Το γεγονός αυτό και μόνο, αν δεν αποδεικνύει την εσωτερική κοινωνική διαπάλη που σοβούσε, σίγουρα πάντως δείχνει ότι δεν είχαν οι φτωχοί αγρότες, δηλαδή η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, πρόσβαση στις αποφάσεις.

Από το ντοκιμαντέρ λείπουν εντελώς τα επεισόδια εκείνα κατά τη διάρκεια της επανάστασης που δείχνουν τις κοινωνικές και ταξικές συγκρούσεις της εποχής. Στο 1ο επεισόδιο ναι μεν γίνεται αναφορά στη «νέα ελληνική ελίτ των κοτζαμπάσηδων» που με την ενδυνάμωση των τσιφλικιών τους «οδηγούν σε δραματική επιδείνωση την κατάσταση των κατοίκων», ωστόσο δεν αποκαλύπτεται η ασυμφιλίωτη αυτή σύγκρουση ως έκφραση αντίθετων υλικών συμφερόντων που παίρνουν πολιτική υπόσταση. Αντιθέτως, οι Θ. Βερέμης και Γ. Κολιόπουλος σημειώνουν χαρακτηριστικά στο βιβλίο τους: «Θα ήταν λάθος αν ο μελετητής της ιστορίας της Επανάστασης αγνοούσε τον προσωπικό και φατριαστικό χαρακτήρα του εσωτερικού αγώνα ο οποίος σοβούσε». Άποψη που γίνεται ακόμα πιο σαφής στο 5ο επεισόδιο, όταν περιγράφονται οι αντιθέσεις στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους: «Δεν ήταν θέμα ταξικό, ήταν η οικογενειοκρατία, ο τοπικισμός, οι πυραμίδες των πελατειακών δικτύων, οι ημέτεροι, η κατακερματισμένη κοινωνία», αναλύει ο Θάνος Βερέμης για τις αντιθέσεις.

Στον αντίποδα αυτών των αταξικών εκτιμήσεων βρίσκεται το μνημειώδες για την εποχή του έργο του Γιάνη Κορδάτου, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συλλογή). Όπως μας εξιστορεί ο Κορδάτος, το 1808-1809 στη Σάμο επιβλήθηκε λαοκρατικό καθεστώς. Δημεύτηκε η κινητή και ακίνητη περιουσία των προυχόντων, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον Τούρκο τοπάρχη της Μικράς Ασίας. Αργότερα, στην Πάτρα ο τσαγκάρης Παναγιώτης Καρατζάς «δεν περίμενε το γενικόν σύνθημα της εθνεγερσίας, εσήκωσε τον λαόν των Πατρών εις τας 21 του Μαρτίου και εκτύπησε τους Τούρκους μέσα εις την πόλιν». Ο λαϊκός αυτός ηγέτης σκοτώθηκε τον Αύγουστο του ’21 από όργανα των κοτζαμπάσηδων. Και στα νησιά όμως ξεσπούν λαοκρατικές αγροτικές εξεγέρσεις. Στην Ύδρα, ο Αντώνης Οικονόμου πρωταγωνιστεί στον ξεσηκωμό των αγροτών που διεκδικούν την εξουσία. Με προκήρυξή του στις 31 Μαρτίου αναγνωρίζεται το λαοκρατικό καθεστώς στο νησί. Αργότερα βέβαια, οι καραβοκυραίοι ανατρέπουν αυτή την εξουσία. Αγροτική εξέγερση σημειώθηκε και στην Άνδρο, όπου οι άρχοντες διαπομπεύτηκαν. Κατά τη λαϊκή συνέλευση της Μεσαριάς αποφασίστηκε να καταργηθεί η φεουδαρχική ιδιοκτησία.

Άλλο σημείο που φανερώνει την αταξική εμμονή των συντελεστών του ντοκιμαντέρ είναι η στάση τους απέναντι στο φιλελληνικό κίνημα. Στο 2ο επεισόδιο αναφέρεται ότι το κίνημα του φιλελληνισμού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της ελληνικής υπόθεσης. Ολόκληρο το 5ο επεισόδιο αφιερώνεται σχεδόν στην παρουσία του λόρδου Βύρωνα. Το 1821 του Σκάι εστιάζει αποκλειστικά στην τάση εκείνη του φιλελληνικού κινήματος που εμπνέεται από το ρομαντισμό της εποχής. Δεν ήταν όμως αποκλειστικά νέοι φλογισμένοι από ρομαντικά ιδεώδη, οι φιλέλληνες που ήρθαν και πολέμησαν. Υπήρξε και η τάση στην Ευρώπη που ταυτίστηκε με το φιλελευθερισμό και περιέκλειε όλα τα προοδευτικά στοιχεία που βρίσκονταν σε σύγκρουση με τις αντιδραστικές δυνάμεις και την Ιερή Συμμαχία. Όπως άλλωστε αναλύει διεξοδικά στον πρώτο τόμο του πολύτιμου έργο του Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21 ο Κυριάκος Σιμόπουλος, ανάμεσα στους φιλέλληνες ήταν τα θύματα των ναυαγισμένων επαναστάσεων, οι «περιπλανώμενοι πολιτικοί πρόσφυγες» και οι πλάνητες φιλελεύθεροι που αναζητούσαν μια ευκαιρία για πλουτισμό ή απλώς επιβίωση.

Μια θετική συμβολή του ντοκιμαντέρ είναι το γεγονός ότι συμβάλλει αποφασιστικά στην ανασκευή μυθευμάτων γύρω από το ’21, όπως η εκκίνηση της Επανάστασης από την Αγία Λαύρα, στο 3ο επεισόδιο. Θέση άλλωστε της παραγωγής, όπως εκφράζεται συνολικά στο 8ο και τελευταίο επεισόδιο που τιτλοφορείται «Ο εθνικός μύθος», είναι πως η συνοχή της νέας χώρας μπόρεσε να καλλιεργηθεί μόνο μέσα από την ανάπλαση της ιστορίας. Έτσι, η αφήγηση υιοθετεί μια εικονοκλαστική στάση απέναντι σε εθνικά «εικονίσματα», υποβάλλοντάς τα σε κριτική. Σε αυτό το σημείο είναι φυσικά που προκαλούνται και οι αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων. Η μορφή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποκαθηλώνεται από τη θέση του απόλυτου λαϊκού ήρωα και «προσγειώνεται» στη μορφή ενός ικανού αλλά φιλάργυρου οπλαρχηγού, που πρωταγωνίστησε σε παροιμιώδεις σφαγές αμάχων, κατά την άλωση της Τριπολιτσάς.

Η αιρετική αυτή ματιά της παραγωγής είναι όμως μονομερής. Στην περίπτωση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος κατάργησε πραξικοπηματικά το τελευταίο Σύνταγμα του 1827, το πλέον δημοκρατικό, η παραγωγή είναι πολύ επιεικής, στο βαθμό που να υιοθετεί όλο το σκεπτικό του δολοφονηθέντος κυβερνήτη. Άλλωστε, παρά την κριτική στο κύριο ιστοριογραφικό ρεύμα, το ντοκιμαντέρ εμμένει στην άποψη ότι η ιστορία έχει πρωταγωνιστές σημαίνοντα πρόσωπα και όχι τους λαούς. Όλη η αφήγηση αφορά τις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες του Κολοκοτρώνη, του Μαυροκορδάτου, του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του Κουντουριώτη, την ίδια στιγμή που υποβαθμίζεται ο ρόλος των ίδιων των αγωνιστών, των ανώνυμων κολίγων της εποχής που έδωσαν το αίμα τους γι’ αυτή την υπόθεση. Ο Θάνος Βερέμης μιλώντας για τους κλέφτες κάνει λόγο για «καθεστώς ελεγχόμενης παρανομίας». Λέει στο 1ο επεισόδιο: «Οι κλέφτες ήταν φυγόδικοι εγκληματίες. Συγκυριακή ήταν η διαφορά τους με τους αρματολούς. Η κλεφτουργιά ήταν θύματα της φτώχειας, όχι Ρομπέν, εκμεταλλεύονται τους φτωχούς και προχωρούν σε αδιάκριτες λεηλασίες». Σύμφωνα αντιθέτως με το Γιάνη Κορδάτο, «η κλεφτουργιά είναι μια ιδιότυπη μορφή της πάλης των τάξεων κατά την προ του ’21 εποχή». Διασώζει μάλιστα ένα δημοτικό τραγούδι: «Εγώ ραγιάς δεν γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω, δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες».

Η εκκλησία και η διαπάλη για το 1821

«η ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821 είναι πραγματικό θαύμα» διατείνεται με πρόσφατο φυλλάδιό της η Εκκλησία της Ελλάδος

Σφοδρή ήταν η αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά τη μετάδοση των πρώτων επεισοδίων του ντοκιμαντέρ. Στο τεύχος 46 του φυλλαδίου που εκδίδει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος «Προς το λαό» διαπιστώνει ότι το ποίμνιο «παραπληροφορείται» και «πέφτει θύμα ιδεολογικών προπαγανδών και μονομερών θεωρήσεων της Ιστορίας μας, στην οποία η προσφορά της Εκκλησίας υπήρξε σημαντική». Χωρίς να κατονομάζει τη σειρά, εντοπίζει μια «προσπάθεια διαστρεβλώσεως της νεοελληνικής ιστορίας με διαφόρους τρόπους», ρίχνοντας την ευθύνη σε ένα «κίνημα μοντέρνου αθεϊσμού» που προσπαθεί να καταγράψει μια «άλλη ιστορία σχετικά με την Επανάσταση του 1821».

Αυτό που έκανε …λάβρα την ηγεσία της Εκκλησίας είναι φυσικά η αναφορά του ντοκιμαντέρ για το μύθευμα της Αγίας Λαύρας, ως δήθεν τόπου εκκίνησης της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Στο β’ τόμο μάλιστα της πεντάτομης σειράς για το 1821, οι Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος μεταφέρουν ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα από το φυλλάδιο «Διδασκαλία Πατρική», που δημοσίευσε ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης το 1821 και μετέπειτα «μάρτυρας», Γρηγόριος Ε’: «Το περί ελευθερίας νέον σύστημα δεν είναι άλλο παρά μία σύγχυσις και ανατροπή των καλών διοικήσεων, μία οδός φέρουσα εις την απώλειαν και απλώς ειπείν μία νεοφανέστατη ενέδρα του πονηρού διαβόλου, διά να εκτραχηλίσει τους εγκαταληφθέντας ορθοδόξους χριστιανούς». Η Ιερά Σύνοδος αντιτείνει ότι ο Γρηγόριος «ήταν εκείνος που στήριξε το έργο της Φιλικής Εταιρείας και την περιέσωσε από τη διάλυση», επικαλούμενη μαρτυρία του Μακρυγιάννη.

Παρά τη φαινομενική σύγκρουση των δύο απόψεων, στην πραγματικότητα διαπνέονται από την ίδια τυπική λογική. Αναφέρει για παράδειγμα το φυλλάδιο της Ιεράς Συνόδου: «Την επομένη κιόλας της Άλωσης, η αντίσταση των Ελλήνων έγινε πνευματική, για να εξελιχθεί και πάλι σε ένοπλη και να λάβει το Εικοσιένα τη μορφή του μεγάλου Σηκωμού. Ως τότε σημειώθηκαν πολλά μικροκινήματα». Οι διατυπώσεις αυτές συγκαλύπτουν και αποσιωπούν τις ταξικές εσωτερικές αντιθέσεις που διαχώριζαν τα ελληνικά στοιχεία, ορθώνοντας «κοινωνικά τείχη» μεταξύ των τάξεων που εκπροσωπούσαν διαφορετικά υλικά συμφέροντα. Το ίδιο όμως κάνει και το ντοκιμαντέρ του Σκάι, όταν παρουσιάζει τις ελληνικές δυνάμεις ενωμένες κάτω από την ίδια ιδέα, την ίδια ώρα που ερμηνεύει τις όποιες αντιθέσεις στη βάση των προσωπικών φιλοδοξιών ή του τοπικισμού.

Σε ένα άλλο σημείο του συγκεκριμένου φυλλαδίου υπογραμμίζεται ότι «ο Αγώνας δεν έγινε μόνο για την πατρίδα, αλλά και για τη θρησκεία». Φυσικά, οι έννοιες που χρησιμοποιεί η σειρά του Σκάι διαφέρουν, όμως οι δύο φαινομενικά ασυμβίβαστες απόψεις βασίζονται πάνω στο ίδιο ιδεολογικό υπόβαθρο: Ότι πυροκροτητής της Επανάστασης ήταν ιδέες, θεωρίες και «πιστεύω» που κατάφεραν με κάποιο μεταφυσικό τρόπο να μετουσιωθούν σε πολεμικές επιχειρήσεις και να προκαλέσουν σφοδρές πολιτικές συγκρούσεις. Στη θέση της θρησκείας, η άποψη του ντοκιμαντέρ τοποθετεί τις ευρωπαϊκές ιδέες, την απελευθερωτική φλόγα που εισήχθη από τη Γαλλία της επανάστασης του 1789, αποκομμένη όμως από τις κοινωνικές της ρίζες. Στον αντίποδα της ιδεαλιστικής αυτής αντίληψης, η υλιστική θεωρία ερμηνεύει τις πράξεις των ανθρώπων στη βάση των ταξικών συμφερόντων που εκπροσωπούν. Οι ιδεολογίες και τα ιδανικά που παρακινούν τους φορείς της σε δράση, βρίσκονται στο εποικοδόμημα και δεν είναι άλλο παρά έκφραση των υλικών συμφερόντων ορισμένων τάξεων και στρωμάτων. Με τη θέση αυτή διαφωνούν τόσο η εθνική όσο και η μεταμοντέρνα ιστοριογραφία.

Βέβαια η θέση για τον αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας και κυρίως του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης απέναντι στην Επανάσταση δεν είναι νέα. Στο κλασικό πια έργο του Η μεγάλη εκκλησία εν αιχμαλωσία (που εκδόθηκε το 1968 και κυκλοφόρησε πρόσφατα στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Γκοβόστη), ο διαπρεπής βυζαντινολόγος σερ Στίβεν Ράνσιμαν καταδεικνύει τις διαχρονικές σχέσεις εξάρτησης και δουλοπρέπειας που είχε το ορθόδοξο ιερατείο με την οθωμανική εξουσία. Στο ίδιο βιβλίο περιγράφεται διεξοδικά πώς από το 1669 οι Φαναριώτες άρχισαν να καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, με πρώτο τον Παναγιώτη Νικούσιο Μαμωνά, για τον οποίο δημιουργήθηκε η θέση του Μεγάλου Δραγουμάνου της Υψηλής Πύλης, μόνιμου δηλαδή αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών. Έκτοτε, η τάξη των Φαναριωτών τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ανέλαβε ηγετικά πόστα δίπλα στο σουλτάνο. Όπως περιγράφει ο Νίκος Σβορώνος (Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας), «η ύπαρξη μιας προνομιούχας ομάδας, καλά συγκροτημένης, αναγνωρισμένης de facto και de jure απ’ τον κατακτητή που την είχε ενσωματώσει στη διοίκησή του, διασπούσε το 18ο αιώνα την εθνική αλληλεγγύη των προηγούμενων αιώνων».

Οι αντιθέσεις όμως αυτές που αντανακλώνται στο αρχικό ξέσπασμα της Επανάστασης και κορυφώνονται μετά την εδραίωσή της, δεν ερμηνεύονται ούτε από την Εκκλησία που διατείνεται ότι «η ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821 είναι πραγματικό θαύμα», ούτε από το μεταμοντέρνο ιστοριογραφικό ρεύμα που κάνει λόγο για «συγκρούσεις φιλοδοξιών και οραμάτων για το μέλλον της χώρας».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 20-3-2011)
Ο ευφυέστατος τίτλος ανήκει στο μπλογκ Φιλολαϊκό