Ένας ανυπότακτος επιστρέφει

Οι αντιξοότητες της ζωής, στην Καισαριανή της Κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά και ο βασανιστικός αργός θάνατος, σφραγίζουν το λογοτεχνικό έργο του Μάριου Χάκκα, το οποίο επανεκδόθηκε το 2008 και κυκλοφορεί στη μορφή των Απάντων, από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ακόμα επίκαιρος ο αγχωμένος και περιπαικτικός λόγος του Μάριου Χάκκα

Οι πάντα φρέσκιες σελίδες αυτοσαρκασμού για την κοινωνία, τη ζωή και την Αριστερά που άφησε ο λησμονημένος λογοτέχνης Μάριος Χάκκας, επανήλθαν στα βιβλιοπωλεία, ύστερα από την επανέκδοση των Απάντων του, που κυκλοφορούν και πάλι από τις εκδόσεις Κέδρος. Ο στρατός, οι δρόμοι του αγώνα για ψηλά ιδανικά, η Καισαριανή, το μικροαστικό σπίτι και το νοσοκομείο είναι οι λογοτεχνικοί τόποι που διατρέχουν το έργο ενός ελάσσονα κατά τα ακαδημαϊκά πρότυπα πεζογράφου, του οποίου όμως ο άλλοτε αγχωμένος και άλλοτε περιπαικτικός λόγος βρίσκεται ακόμα εντός εποχής.

Ο Μάριος Χάκκας έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, στα 41 του μόλις χρόνια το 1972, χτυπημένος από καρκίνο. Ο επικείμενος θάνατός του έδρασε σαν επιταχυντής του έργου του και δεν σταμάτησε να γράφει ως τις τελευταίες στιγμές στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Η συγκεντρωτική έκδοση του Κέδρου περιλαμβάνει την ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1965, τις συλλογές διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1966), Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970), τα τρία θεατρικά μονόπρακτα με τον τίτλο Ενοχή (1971) και την τελευταία του συλλογή πεζογραφημάτων Το κοινόβιο (1972) που κυκλοφόρησε την επομένη του θανάτου του. Ακόμα στο βιβλίο περιέχεται και ένα μέρος τα σκόρπια γραπτά του συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, καθώς και ένα σύντομο χρονολόγιο της ζωής του.

Ποιος πρέπει να γράφει λογοτεχνία; Η άποψη του Μ. Χάκκα δίνεται καθαρά από τον αφηγητή του: «Σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα», γράφει στον Μπιντέ. Ο ίδιος πάντως ήταν όλα τα αντίθετα: Μεγάλωσε και ανδρώθηκε στην Καισαριανή, σ’ ένα πλινθόκτιστο σπίτι του ενός δωματίου. Στα 23 του χρόνια (το 1954) τον συνέλαβαν για τα πολιτικά του φρονήματα και έκανε τέσσερα χρόνια φυλακή στην Καλαμάτα και την Αίγινα. Με την αποφυλάκισή του κατατάχθηκε σαν στρατιώτης γ’ κατηγορίας, λόγω φρονημάτων φυσικά, με την ειδικότητα του μουλαρά. Στα 38 του προσβλήθηκε από την αρρώστια που τον ταλαιπώρησε βασανιστικά μέχρι το θάνατό του. Ένας άνθρωπος «ψημένος» στον πόνο και τις περιπέτειες.

Τόσο οι εμπειρίες της ζωής όσο και ο ερχόμενος θάνατος σφραγίζουν τις σελίδες του: «Είμαι στα σαράντα κι οι προοπτικές μου δυσοίωνες. Μεταστάσεις, ενδεχόμενη γενίκευση, το τέλος κοντινό και αναπόφευκτο», γράφει σε ένα δραματικό προσωπικό τόνο στα τελευταία του διηγήματα, που όσο κι αν έχουν βιογραφικές αφορμές και εκφέρονται σε πρωτοπρόσωπη γραφή, ωστόσο δεν χάνουν πουθενά σε λογοτεχνικότητα και αφηγηματική τεχνική. Σε πολλά σημεία του έργου του και ειδικά στα τελευταία γραπτά του που συντάσσονται ενώ το τέλος είναι ορατό, ο Χάκκας μοιάζει να αυτοβιογραφείται λόγω και της πρωτοπρόσωπης αφήγησης που παγιώνεται στα πεζά του, όμως στην πραγματικότητα, αφήνει πολύ όμορφες και ισορροπημένες λογοτεχνικά σελίδες.

Ο σαρκασμός και η κριτική στην Αριστερά της εποχής του είναι στοιχεία απολαυστικά για την αμεσότητα και την ειλικρίνειά τους. Γράφει στο διήγημα Σύσκεψη, απ’ τον Τυφεκιοφόρο του εχθρού: «Πρόσωπα, χέρια, χείλη και λόγια όλα γνωστά, τόσο γνωστά, κυρίως τα λόγια, κουρντισμένα σ’ ένα κραυγαλέο ανυπόφορο τόνο (κι εγώ με τη στεντόρεια φωνή μου), που δεν είχαν καμιά σχέση με την κοινή ομιλία για το ψωμί και τον έρωτα, για τη ζωή και το θάνατο». Οι ανυπόφορες συνεδριάσεις, με τις μακρόσυρτες βαρετές εισηγήσεις που δεν αφήνουν χρόνο για άλλους να μιλήσουν, επανέρχονται συχνά σε αποστροφές της διήγησης. Αργότερα, στο Κοινόβιο θα γράψει σε άλλο τόνο, πιο επικριτικό και αποστασιοποιημένο: «Μόλις στα τριάντα πέντε μπόρεσα να λυτρωθώ από την ανελευθερία κι αυτό όχι πλήρως. Δεν είναι εύκολο ν’ αποτινάξεις το ζυγό του κόμματος. Πάντα ένιωθα να μου κρατάνε το χέρι. Κάθε φορά που πήγαινα να το τραβήξω, την πλήρωνα με τιμωρίες, επιπλήξεις, απομονώσεις προσωρινές διαγραφές».

Όσο κι αν κατηγορήθηκε για μικροαστικό ατομισμό, ο Χάκκας παραμένει ένας ανυπότακτος αριστερός, ένας αντιρρησίας με μεγάλο στόμα. Απ’ τη βιτριολική ειρωνεία του δεν θα ξεφύγει ούτε ο γραφειοκρατικός κομματικός μηχανισμός που τον συνθλίβει, ούτε όμως και ο μικροαστικός καθωσπρεπισμός που αναπτύσσεται ραγδαία στην Αθήνα των μεταπολεμικών δεκαετιών. Ο αυθορμητισμός και το θράσος του δεν προέρχεται από κάποια ανώτερη ταξικά καταγωγή, όπως συνηθίζεται σε άλλους συγγραφείς, αντίθετα πηγάζει από τη λαϊκότητά του: «Δεν γλιτώνεις εύκολα από τον κοινωνισμό, όταν μάλιστα αρχίζεις τον κοινωνισμό από την Καισαριανή της Κατοχής και έχεις αυτή την τρομερή μανία εναντίον του δωσιλογισμού», γράφει.

Το έργο του μαρτυρά όχι μόνο σεβασμό και εκτίμηση για το λαϊκό πολιτισμό και γλώσσα, την οποία τιμά με τον καλύτερο τρόπο, αλλά και τη βαθιά του πεποίθηση στα συλλογικά οράματα. Η λογοτεχνική του σύλληψη για το κοινόβιο, όπου θα καταλύσουν οι φίλοι, είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό: «Όμως δε θα έχουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις, που μας επέβαλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 7-9-2008)

Advertisements

Στρατηγέ μου, οι λιποτάκτες σου

Μια ιστορία για τα αδιέξοδα της εξουσίας και την τελική νίκη των αμφισβητιών της, γράφει ο Μένης Κουμανταρέας με το καινούριο του βιβλίο Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Κέδρος.

Το νέο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα, Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά

Η πλοκή εκτυλίσσεται σ’ ένα απομονωμένο στρατόπεδο, με πρωταγωνιστές το διοικητή, τη γυναίκα του και ένα φαντάρο που αναλαμβάνει να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του στρατηγού. Η δημιουργία του πίνακα φέρνει σε επαφή τα δύο άκρα της ιεραρχίας, αποκαλύπτοντας με θετικό και αρνητικό τρόπο την ποιότητα και το ηθικό ανάστημα που κρύβεται πίσω από τις στρατιωτικές στολές και τα παράσημα. Μεταφυσικές δυνάμεις επεμβαίνουν για την ολοκλήρωση του έργου, που η αποκάλυψή του φέρνει την τιμωρία αντί για την επιβράβευση του ζωγράφου. Έτσι ο νέος καταλήγει μαζί με συστρατιώτες του στο δεσμωτήριο. Οι στρατευμένοι όμως πραγματοποιούν με μαγικό τρόπο απόδραση και έρχονται σε επαφή με τους εξεγερμένους κατοίκους της κοντινής πόλης. Ο στρατηγός δολοφονείται και το στρατόπεδο κλείνει. Ο πίνακας θα μείνει ξεχασμένος σ’ ένα βενζινάδικο, ωσότου ανακαλυφθεί από κάποιον έμπορο τέχνης και έτσι εκτίθεται σε μουσείο, ενώ η ιστορία της δημιουργίας του γίνεται διάσημη.

Απ’ τις πρώτες γραμμές της νουβέλας γίνεται φανερός ο παραβολικός της χαρακτήρας. Οι ήρωες δεν κατονομάζονται, αλλά παίρνουν αόριστα ονόματα, Στρατηγός, Στρατηγίνα, Ρώσος. Ο χρόνος κι ο τόπος της πλοκής μένει επίσης ακαθόριστος, κάποτε στο παρελθόν, κάπου στην ελληνική επαρχία. Η ίδια η ιστορία του στρατοπέδου εγκιβωτίζεται σε μια άλλη, σαν θρύλος που συνοδεύει το πορτρέτο. Τα υλικά που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για την παραβολή του είναι εύκολα αναγνωρίσιμα: Το στρατόπεδο αποτελεί ένα σύμβολο μιας ιεραρχικά δομημένης κοινωνίας με καταπιεστική και άκαμπτη δομή. Ο στρατηγός ενσαρκώνει τον εκπρόσωπο της εξουσίας που πίσω από την υποβλητική στολή κρύβει τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της θέσης του, μια αδύναμη προσωπικότητα με επιβλητικό προσωπείο. Ο καλλιτέχνης εκπροσωπεί το πιο ανήσυχο πνεύμα της μικροκοινωνίας αλλά και το πρωτοπόρο στοιχείο που οδηγεί όσους τον ακολουθούν προς το δρόμο της ελευθερίας. Η τέχνη συνιστά το απελευθερωτικό όραμα που εμπνέει, που λειτουργεί αυτόνομα και που σπάει τα δεσμά, ανεξάρτητα από τους δυσμενείς συσχετισμούς.

Η περιπέτεια του καλλιτέχνη φαντάρου φέρνει στο νου τις αστείρευτες δυνάμεις που επιστρατεύει ο άνθρωπος όταν καταπιέζεται και ονειρεύεται την ελευθερία του.
Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι κατά δήλωση του συγγραφέα, η νουβέλα γράφτηκε με σκοπό τα έσοδα να αποδοθούν στο μη κερδοσκοπικό φιλανθρωπικό οργανισμό «Κάνε-Μια-Ευχή».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, στις 29-11-2010)