Μονοκατοικία πολυτελείας η Νέα Δημοκρατία

Με τα γνωστά αντιμνημονιακά μισόλογα και με επίδειξη εσωκομματικής πυγμής απαντά ο Αντώνης Σαμαράς στην καθίζηση της πολιτικής επιρροής του κόμματός του. Στο φόντο των δυσμενών για τη Νέα Δημοκρατία δημοσκοπήσεων, αλλά και της κομματικής εσωστρέφειας που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες, η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης ξεκίνησε μια φραστική πολιτική αντεπίθεση. Φυσικά, τα αντι-ΔΝΤ βέλη της ΝΔ είναι τόσο ασθενή, που επί της ουσίας συναινεί σε βασικές πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής, όπως είναι το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων.

Όσοι ανέμεναν τη συζήτηση στην «ώρα του πρωθυπουργού» για να δουν την αντιμνημονιακή ατζέντα της ΝΔ να ξεδιπλώνεται, απογοητεύτηκαν οικτρά. Το λεγόμενο «Ζάππειο 2», το οικονομικό πρόγραμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που επισήμως πρόκειται να ανακοινωθεί μετά το Πάσχα, όπως φάνηκε στην κόντρα με τον πρωθυπουργό από το βήμα της Βουλής, δεν περιλαμβάνει μέτρα έξω από το «τόξο» του Μνημονίου. «Μειώστε θαρραλέα τους φορολογικούς συντελεστές, δώστε ανάσα στις επιχειρήσεις», κάλεσε τον πρωθυπουργό ο Αντώνης Σαμαράς, την ίδια στιγμή που δεν είπε λέξη για τους μισθούς των εργαζομένων και τις εργασιακές σχέσεις. Εκτός από τους φορολογικούς συντελεστές, η άλλη παθογένεια της οικονομίας εντοπίζεται στην …παραοικονομία κατά τον Α. Σαμαρά: «Οι έλεγχοι των τιμών, οι έλεγχοι του κόστους χαλαρώνουν, το παρεμπόριο οργιάζει», υπογράμμισε και υποστήριξε ότι «στην Ελλάδα συντελείται το 20% του παρεμπορίου ολόκληρης της Ευρώπης».

Οι αντιμνημονιακές πομφόλυγες του Αντώνη Σαμαρά δεν κρύβουν την ταξική πολιτική

Η πλειοδοσία σε λαϊκισμό και ανέξοδα φραστικά «πυρά» δεν μπορεί να κρύψει πάντως το ταξικό πρόσωπο στην πολιτική πλατφόρμα της Νέας Δημοκρατίας, που παραμένει αναλλοίωτη, παρά τις τακτικές μετατοπίσεις. Με ραδιοφωνική του συνέντευξη στον Βήμα FM, ο τομεάρχης Περιβάλλοντος, Κυριάκος Μητσοτάκης, τάχθηκε υπέρ ενός ακόμη πιο επιθετικού προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων σε σχέση με αυτό της κυβέρνησης. Ο πρώην υπουργός Οικονομίας των κυβερνήσεων Καραμανλή, Γιάννης Παπαθανασίου, εξειδίκευσε το διαχρονικό «όραμα» της Δεξιάς για τις ιδιωτικοποιήσεις με τον πιο γλαφυρό τρόπο: Είπε ότι και η πώληση είναι θεμιτή μέθοδος «όπως ακριβώς σε μια επιχείρηση ιδιωτική που όταν έχεις πρόβλημα, αξιοποιείς την περιουσία σου, πουλάς ένα χωράφι, ένα διαμέρισμα».

Τα διαμερίσματα της «γαλάζιας πολυκατοικίας» πάντως, δεν διατίθενται προς πώληση ή ενοικίαση. Το μήνυμα του Αντώνη Σαμαρά, μιλώντας στη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Γραμματείας της Νέας Δημοκρατίας την Τρίτη, ήταν ότι το κόμμα του θα πορευτεί αυτόνομα. Με δύο «δεν» ο νέος πρόεδρος επιχείρησε να κλείσει κάθε σενάριο που στερεί από τη ΝΔ τον αέρα ενός αυτοδύναμου στίγματος: «Δεν πρόκειται να δεχθώ συγκυβέρνηση με ένα ΠΑΣΟΚ το οποίο δεν μπορεί να συνεννοηθεί ούτε με τον εαυτό του», τόνισε για να συμπληρώσει πως «δεν πρόκειται να δεχθώ συμπράξεις με όσους υποστήριξαν το Μνημόνιο». Καρφώνοντας το ΛΑΟΣ και τη Δημοκρατική Συμμαχία της Ντόρας Μπακογιάννη για τη στήριξη που παρείχαν στην κυβέρνηση, έκλεισε βροντερά την πόρτα των συνεργασιών. Παράλληλα, κατήγγειλε για παρασκηνιακές διεργασίες τα δύο ανταγωνιστικά δεξιά κόμματα, κατηγορώντας τα ότι διοχετεύουν πληροφορίες για ενδεχόμενη συγκυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού. «Η ΝΔ διεκδικεί για τον εαυτό της το ρόλο της πειστικής, αποφασιστικής, δυναμικής, εναλλακτικής λύσεως για τη χώρα», υπογράμμισε εξειδικεύοντας το σκεπτικό του προέδρου, ο γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Κώστας Τασούλας σε συνέντευξή του.

Τα πληθωρικά επίθετα όμως δεν αρκούν για να κρύψουν τη γύμνια της πολιτικής απήχησης της ΝΔ που βρίσκεται στο ναδίρ. Στην τελευταία δημοσκόπηση που διενήργησε η Μέτρον Ανάλυσις, η ΝΔ συγκεντρώνει μόλις 19,8% σε πρόθεση ψήφου των ερωτηθέντων από 21% στην τελευταία μέτρηση, υπολειπόμενη του ΠΑΣΟΚ κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες. Την ίδια στιγμή η δημοτικότητα του Αντώνη Σαμαρά είναι πολύ μέτρια (θετική γνώμη εκφράζει το 32,4%), ενώ στην ερώτηση «ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός», ο Μεσσήνιος πολιτικός συγκεντρώνει μόλις 17,1%. Η συγκεκριμένη δημοσκόπηση έφερε στην επιφάνεια ξανά τη συνολική καθίζηση του δικομματισμού, που φτάνει στο 42,5%. Σε περίπτωση που η τάση αυτή συνεχιστεί, πολύ δε περισσότερο επαληθευτεί από τις επόμενες κάλπες, τότε τα διλήμματα που θα έχει να αντιμετωπίσει ο πρόεδρος της ΝΔ θα είναι πολύ πιεστικά και τότε ίσως ξανασκεφτεί τη δήλωσή του περί μη συγκυβέρνησης. Οι τωρινές διαψεύσεις λοιπόν έχουν περισσότερο το χαρακτήρα της κομματικής περιχαράκωσης στελεχών και οπαδών, για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος περαιτέρω διαρροών προς ΛΑΟΣ και ΔΗΣΥ, και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση αποδεικτικά εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 3-4-2011)

Η Σκύλλα του εθνικισμού και η Χάρυβδη του μεταμοντερνισμού

Με αφορμή τον διορισμό της Θάλειας Δραγώνα στη θέση της ειδικής γραμματέα του υπουργείου Παιδείας επανήλθε στην επικαιρότητα η διαμάχη μεταξύ εθνικιστών και μεταμοντέρνων με επίκεντρο την ελληνική ιστορία. Μια διαμάχη που παρόλη την σφοδρότητά της, στους δύο πόλους της έχει την ίδια τυπική λογική.

Πολιτικά κυρίως τα κίνητρα πίσω από την επίθεση της ακροδεξιάς κατά της Θ. Δραγώνα

Με το αρχαίο παιχνίδι της διελκυστίνδας μοιάζει η αήθης επίθεση του ΛΑΟΣ στην ειδική γραμματέα του υπουργείου Παιδείας, Θάλεια Δραγώνα. Τη μία πλευρά του σχοινιού τραβά το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη, που με ψέματα και υστερικές κραυγές επιτίθεται για τις απόψεις της σε μια ακαδημαϊκό που πολιτεύεται. Την άλλη πλευρά πιάνει και τεντώνει το μεταμοντέρνο ρεύμα στην επιστημονική έρευνα, που σχετικοποιεί την αντικειμενική πραγματικότητα. Στο επικίνδυνο αυτό παιχνίδι στρεβλώνεται τελικά η αλήθεια, καθώς αναπαράγεται ένα δίπολο εθνικισμού από τη μια μεριά και κοσμοπολιτισμού από την άλλη.
Η επίθεση που εξαπέλυσε πρώτος ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ από το βήμα της Βουλής στη Θάλεια Δραγώνα ήταν πρώτα απ’ όλα αναδρομική. Οι κατήγοροι δεν επικαλέστηκαν κάποια πολιτική απόφαση ή ενέργεια της ειδικής γραμματέα, αλλά ένα βιβλίο στο οποίο είχε την επιστημονική επιμέλεια και εκδόθηκε το 1997. Έπειτα, οι επικρίσεις της ακροδεξιάς ήταν ψεύτικες. Οι φράσεις που της αποδίδονται, όπως «η ελληνική εθνική ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από το 19ο αιώνα» και «ρατσιστής είναι όποιος αρνείται τις τουρκικές επιρροές στο Νεοελληνικό μας Πολιτισμό» δεν γράφτηκαν ποτέ, ενώ αποσιωπάται και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτυπώθηκαν κάποιες απόψεις. Οι επώνυμοι επικριτές της Θ. Δραγώνα φαίνεται ότι ποτέ δεν συμβουλεύτηκαν ιδίοις όμασι το σύγγραμμα που αναθεματίζουν, αλλά επικαλούνται άλλες πηγές που παραποίησαν το συγκεκριμένο βιβλίο. Το κυριότερο όμως είναι ότι η εκστρατεία του ΛΑΟΣ κατά της Θ. Δραγώνα είχε σαφή πολιτικά κίνητρα και όχι βέβαια «εθνικά» ή επιστημονικά. Η επίθεση δεν ήθελε να πλήξει καν το κυβερνών κόμμα, αλλά στόχευε έμμεσα να ενεργοποιήσει τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των δεξιών ψηφοφόρων, ώστε να διεμβολιστεί πολιτικά η Νέα Δημοκρατία.
Παρόλ’ αυτά, η ίδια η επίθεση και η απόκρουσή της από μερίδα πανεπιστημιακών αναπαρήγαγε ένα δίπολο που εμφανίζεται με κάθε σχεδόν αφορμή στις κοινωνικές ειδικά επιστήμες, σε όλο τον κόσμο: Ο μεταμοντέρνος σχετικισμός (τον οποίο υπηρετεί επιστημονικά η Θάλεια Δραγώνα κι ο οποίος είναι το ανερχόμενο ρεύμα στις αστικές επιστήμες) απέναντι στον παρωχημένο εθνικιστικό παροξυσμό (που στην Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί το προβάδισμα κυρίως στις Φιλοσοφικές και τα πανεπιστημιακά Ιστορικά τμήματα). Όπως τόνισε η ειδική γραμματέας σε συνέντευξή της στο Βήμα της περασμένης Κυριακής, το ερευνητικό της ενδιαφέρον εστιάζεται στον «εξαιρετικά σημαντικό ρόλο της εθνικής ταυτότητας και της “αίσθησης του ανήκειν”». Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο της, την ενδιαφέρει «η επίγνωση του ατόμου ότι ανήκει σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες / ομάδες, όπως το φύλο, η εθνικότητα, η κοινωνική τάξη, η θρησκεία, η επαγγελματική ομάδα και άλλες, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική και αξιολογική σημασία που έχει γι’ αυτό η ομάδα στην οποία ανήκει».
Οι εθνικιστικές θέσεις για την φυλετική, πνευματική και πολιτιστική υπεροχή και την αδιάλειπτη εξω-ιστορική διαχρονικότητα της «ελληνικής φυλής» συμπληρώνουν τη μεταμοντέρνα θεωρία για τις κοινωνικές ταυτότητες. Της άποψης δηλαδή ότι έχει προτεραιότητα ο προσδιορισμός της προσωπικής ταυτότητας και η συνειδητοποίηση από πλευράς κάποιου ατόμου, καταπιεσμένου ή όχι, ότι ανήκει σε μια ομάδα. Η θέση αυτή υποτιμά την αντικειμενική υπόσταση των κοινωνικών τάξεων που διαιρούν τα συμφέροντα των ατόμων. Ακόμα, αντικαθιστά τον όρο «τάξη» με την «κοινωνική ομάδα», θεωρώντας τη θέση του ατόμου στην παραγωγή υποκατηγορία των ομάδων στις οποίες μπορεί να ανήκει. Έτσι δίνεται προτεραιότητα σε άλλες ομαδοποιήσεις, όπως το φύλο ή το χρώμα.
Το θεωρητικό αυτό υπόβαθρο οδήγησε σε μια ερευνητική πρακτική στις κοινωνικές επιστήμες, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια για μια κοινωνική ομάδα βρίσκεται αν οι επιστήμονες ρωτήσουν τα μέλη της σχετικά. Η αντικειμενική πραγματικότητα λοιπόν, οι συνθήκες που ισχύουν ανεξάρτητα από τη γνώμη των ανθρώπων, είτε απορρίπτονται ως έννοια λόγω των επιστημονικών δυσκολιών που ορθώνονται για την ανάλυσή τους είτε δεν λαμβάνονται υπόψη, μιας και το βάρος δίνεται στις απόψεις των ατόμων, στα ερωτηματολόγια δηλαδή που συμπληρώνουν.
Στα ζητήματα εκπαίδευσης των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, που αποτελούν και το πεδίο έρευνας της Θάλειας Δραγώνα, αν δοθεί όλο το βάρος στα ζητήματα ταυτότητας, τότε αποπολιτικοποιείται ένα σύνθετο διακρατικό ζήτημα και διογκώνεται ο ρόλος της κουλτούρας. Όπως γράφει ο Τέρι Ίγκλετον στο βιβλίο κριτικής προς το μεταμοντερνισμό Μετά τη θεωρία (εκδόσεις Μεταίχμιο) «οι ιρλανδοί εθνικιστές δεν μάχονταν μόνο για πράσινα γραμματοκιβώτια αντί για κόκκινα. Οι μαύροι νοτιοαφρικανοί δεν μάχονταν απλώς για το δικαίωμά τους να είναι μαύροι νοτιοαφρικανοί. Διακυβεύονταν πολλά περισσότερα από την αποκαλούμενη πολιτική της ταυτότητας».
Η παρούσα σφοδρότατη διένεξη γύρω από το έργο της Θ. Δραγώνα, όπως και παλιότερα γύρω από το βιβλίο ιστορίας της Μ. Ρεπούση, καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την επαναφορά την επαναφορά της διαλεκτικής κι όχι μηχανιστικής, υλιστικής, ταξικής αντίληψης ως μέθοδο ανάλυσης και αποκρυπτογράφησης των κρυμμένων μυστικών της ιστορίας και της κοινωνίας. Μόνο μια τέτοια ανάλυση που θα στηρίζεται στις τάξεις και την αέναη πάλη τους μπορεί να υπερβεί τα τυπικά δίπολα εθνικισμού/μεταμοντερισμού.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 10-1-2010)