Το ιδίωμα της αντίστασης

Honk!!! Honk!!! Honk!!! :)))

Η νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Διαμαντίδη, Το «αχ» το υστερ’νόν, αντλεί την πρώτη της ύλη από τον εκφραστικό θησαυρό της δημοτικής παράδοσης και μιλά στα ποντιακά, επιλογές που συνιστούν ρήξη με το κυρίαρχο πολιτιστικό και πολιτικό πρότυπο.

Όταν οι γλωσσολόγοι εξηγούν τη φύση και τη χρήση των διαλέκτων, τις αντιπαραβάλλουν με την καθιερωμένη γλωσσική μορφή που υιοθετείται από την κρατική εξουσία και χρησιμοποιείται στα δημόσια έγγραφα. Υπάρχουν και ιδιομορφίες, εξηγούν, τοπικές παραλλαγές στο λεξιλόγιο και την προφορά σε σχέση με το κυρίαρχο ιδίωμα, την «κοινή» γλώσσα κάθε εποχής. Η νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Διαμαντίδη, Το «αχ» το υστερν’νόν, που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο των Αδελφών Κυριακίδη, γραμμένη στην ποντιακή, δεν έχει μόνο γλωσσική ιδιομορφία. Είναι και η απόκλιση από το κυρίαρχο πολιτιστικό ιδίωμα, η απόσταση από τον κύκλο των κρατικών εξουσιών και η αντιπαράθεση με το πνεύμα των δημόσιων εγγράφων που κατατάσσει το βιβλίο στις διαλέκτους της αντίστασης με όλες τις μορφές. Σημειωτέον ότι το συγγραφικό έργο του Κώστα Διαμαντίδη περιλαμβάνει άλλη μία ποιητική συλλογή, δύο μυθιστορήματα και μια μετάφραση αρχαίας κωμωδίας, όλα στην ποντιακή διάλεκτο.

Συνέχεια

Advertisements

Τόπος του εγκλήματος, η «αγία οικογένεια»

Murder's weapon on the table

Από την αστυνομική λογοτεχνία αναμένουμε συνήθως απάντηση στο whodunit (που σημαίνει «ποιος-το-έκανε») μιλώντας πάντα για το έγκλημα. Το υποείδος αυτό των ιστοριών με πρωταγωνιστές ντετέκτιβ που λύνουν γρίφους και αποκαλύπτουν το δολοφόνο, έχει βέβαια λαμπρές σελίδες στην παγκόσμια λογοτεχνία. Σπανίζουν όμως οι απαντήσεις στο γιατί το έκανε . Στην ερώτηση αυτή είναι στραμμένο το νέο βιβλίο του Νεοκλή Γαλανόπουλου Οικογενειακά εγκλήματα, από τις εκδόσεις Τόπος, στις τρεις ιστορίες του οποίου βρίσκουμε μεν δολοφονίες, μυστήριο και λογικές παγίδες, ωστόσο η ίδια η διαλεύκανση των εγκλημάτων περνά σε δεύτερο πλάνο. Το πραγματικά αποκαλυπτικό στο βιβλίο του Νεοκλή Γαλανόπουλου δεν είναι ο φόνος καθαυτός, αλλά η κοινωνιολογίά του εγκλήματος. Τα ορατά ή υπόγεια κίνητρα των δολοφόνων φανερώνεται πως δεν εντάσσονται στη σφαίρα του ατομικού, της άρρωστης ψυχολογίας, αλλά ανάγονται στις ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις και μάλιστα, στην πιο στενή τους μορφή, αυτή της συγγένειας.

Συνέχεια

Οι κόκκινοι βαρκάρηδες των γηπέδων

Βαρκάρηδες ήταν η ερυθρόλευκη «πρόγκα», όπως έλεγαν το ’30 τις συντροφιές των οπαδών που πρόγκαραν τους αντιπάλους

Το πάθος για τη «στρογγυλή θεά», για το ποδόσφαιρο δεν είναι καινούριο. Μπορεί η επικαιρότητα να φέρνει στην επιφάνεια όλα τα «άπλυτα» του επαγγελματικού αθλητισμού, όμως η ιστορία του αθλήματος στη χώρα μας, κρύβει αρκετούς θησαυρούς. Όπως για παράδειγμα η εποχή που το ποδόσφαιρο όπως το ξέρουμε σήμερα έκανε τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα, τη δεκαετία του 1930. Στην εποχή αυτή μας μεταφέρει ο Θανάσης Σκρουμπέλος με το νέο του βιβλίο Οι κόκκινοι βαρκάρηδες, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος.

Λέγεται συχνά ότι οι περασμένες εποχές αντιμετωπίζονται από τις μεταγενέστερες γενιές με νοσταλγία και με εξιδανίκευση. Ο Θανάσης Σκρουμπέλος δεν εξαιρείται από αυτό τον κανόνα, όμως έχει το δικό του τρόπο: Με τη διεισδυτική του έρευνα ξεθάβει σπάνιους χαρακτήρες από το παρελθόν που όμως δεν λάμπουν παρά μόνο για όσους τρέφουν αγάπη και εκτίμηση για το λαϊκό πολιτισμό. Αυτή είναι η περίπτωση του Κοκού, του θρυλικού αρχηγού των «Βαρκάρηδων» της ερυθρόλευκης πρόγκας, όπως έλεγαν τότε τις συντροφιές των οπαδών που μαζεύονταν και πρόγκαραν τους αντιπάλους. Τέτοια είναι και η περίπτωση του Πελέτου, του εργάτη σε καρνάγιο και πιστού του Ολυμπιακού που ερωτεύεται μια αστή, μέλος της αντίπαλης πρόγκας του Παναθηναϊκού. Μια ιστορία άδολης αγάπης και γηπεδικού πάθους που αποκαλύπτει μια εποχή και δύο κόσμους: Τον κόσμο της εργατιάς του Πειραιά, τους πιστούς του Ολυμπιακού που το όνομα «βαρκάρηδες» τους τιμούσε και το αστικό κόσμο των Παναθηναϊκών, τις «φρουφρούδες».

Ο Θανάσης Σκρουμπέλος μας μεταφέρει στην εποχή που τους αστυνομικούς τους αποκαλούσαν «σμπίρους» και «καρακώλια»

Είναι η εποχή όπου οι αναμεταδόσεις των αγώνων γίνονταν με τηλεγραφήματα των δημοσιογράφων, τα οποία έπειτα διαβάζονταν από μεγάφωνα και οι οπαδοί άκουγαν από το δρόμο. Η εποχή που τους αστυνομικούς τους αποκαλούσαν «σμπίρους» και «καρακώλια». Τα χρόνια που οι ομάδες ταξίδευαν με ατμόπλοιο για να πάνε στη Θεσσαλονίκη. Τα «πέτρινα χρόνια» όπου ο Θεόδωρος Πάγκαλος είχε κηρύξει την «προς στιγμήν αναγκαία κοίμηση των νόμων». Και τα κατοπινά της δικτατορίας του Μεταξά, που γέμισε τα ξερονήσια με αντιφρονούντες. Σ’ αυτές τις ταραγμένες εποχές, το ποδόσφαιρο και το γήπεδο της Κυριακής ήταν το αποκούμπι του λαού. Κι αν μεταξύ τους τα μέλη της κόκκινης πρόγκας αποκαλούνταν «σύντροφοι», ήταν γιατί η ταξική ενότητα των μελών της, αν και λανθάνουσα, καθόριζε τις επιλογές τους τόσο εντός όσο και εκτός γηπέδου. Αυτό το κομμάτι της ιστορίας του Ολυμπιακού ξεφεύγει από το στενό πεδίο των γηπέδων και γίνεται η ιστορία μιας κοινωνικής τάξης.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 13-3-2011)

Το τέλος του υπερήρωα στα αστυνομικά

Εξαιρετικά χρήσιμη και για την πραγματική ζωή η ενοχοποίηση των λιγότερο υπόπτων

Ποιος είναι ο δολοφόνος; Στο κλασικό ερώτημα της αστυνομικής λογοτεχνίας δίνει τις λύσεις του ο νέος συγγραφέας Νεοκλής Γαλανόπουλος, πλάθοντας σύγχρονες ιστορίες μυστηρίου. Ήδη έχει δύο βιβλία στο ενεργητικό του, στη σειρά cult stories των εκδόσεων Τόπος: Η παραλλαγή του Γιώργου Δαρσινού, που κυκλοφόρησε το 2007 και το τελευταίο Θάνατος από το πουθενά, που δημοσιεύτηκε το 2008.

Στο ενεργητικό του επίσης έχει και μια …δολοφονία: Κάνοντας μια σοβαρή τομή στην τυπολογία του αστυνομικού μυθιστορήματος, όπως αυτό έχει καθιερωθεί από τις ιστορίες του Έντγκαρ Άλαν Πόε μέχρι σήμερα, ο Γαλανόπουλος «σκοτώνει» τον ντεντέκτιβ υπερήρωα και του παραχωρεί δεύτερο ρόλο.

Ο 29χρονος Υπαστυνόμος Α’ Ορέστης Κοκόσης, ο «ήρωας» του Γαλανόπουλου, όπως υπήρξε ο Σέρλοκ Χολμς για τον Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ή ο Κώστας Χαρίτος για τον Πέτρο Μάρκαρη, δεν έχει τη λαμπρή σταδιοδρομία των λογοτεχνικών συναδέλφων του. «Είναι ένας απλός υπάλληλος», λέει στο Πριν ο συγγραφέας. Και ξεκαθαρίζει: «Διαφωνώ ιδεολογικά με τον πανέξυπνο ντεντέκτιβ που λύνει όλα τα μυστήρια. Αυτό θέλω να το σπάσω. Θέλω να υπάρχει αίνιγμα, αλλά να μην υπάρχει αυτός ο τύπος. Μου φαίνεται πολύ ατομικιστικό και έχει και αυτή την αλαζονεία που δεν μ’ αρέσει καθόλου. Προσπαθώ να βρω τρόπους να μη βρίσκει ο αστυνομικός τη λύση και αυτός που κάνει τον έξυπνο να αποτυχαίνει». Και πράγματι, στην Παραλλαγή, ο αστυνόμος υποδεικνύει λάθος πρόσωπο για δολοφόνο, ενώ στο Θάνατος από το πουθενά δεν βρίσκει καν τη λύση και καταφεύγει σ’ ένα ηλικιωμένο συνάδελφό του της Τροχαίας. «Ο Κοκόσης είναι απλώς μια οπτική γωνία», συνεχίζει ο συγγραφέας. «Ο υπερήρωας δεν μου αρέσει, γιατί όλοι ήταν ψώνια. Ο Πουαρό είναι καρικατούρα. Όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει τέτοιος συνταξιούχος στην Αγγλία που να λύνει μυστήρια, αυτό είναι ολοφάνερα μούσι. Αλλά και επειδή δεν γίνεται κάποιος να είναι τόσο πια έξυπνος!».

Καλή είναι η φυγή, αλλά η σοβαρή λογοτεχνία πρέπει να αντανακλά την πραγματικότητα, λέει ο Νεοκλής Γαλανόπουλος

Κατά τ’ άλλα, οι σχέσεις του συγγραφέα με την παράδοση της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι αρμονικές. Τα δύο του μυθιστορήματα μάλιστα είναι από τα λίγα σύγχρονα ελληνικά που επικοινωνούν τόσο άμεσα με το υποείδος «whodunit», που στα Ελληνικά σημαίνει «ποιος-το-έκανε». Ο Ν. Γαλανόπουλος δηλώνει φανατικός αναγνώστης του είδους, ενώ αισθάνεται «σόι» με όλους τους συγγραφείς ιστοριών με μυστήριο και αινίγματα, «μέχρι και με τους συνταξιούχους δασκάλους που γράφουν ιστορίες με γρίφους», όπως λέει χαρακτηριστικά. «Κακώς χαρακτηρίζεται συντηρητικό τα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Μπορεί να περιγράφει αγγλικές επαύλεις στην εξοχή κ.λπ. όμως έχει ένα πολύ καινοτόμο στοιχείο, ότι ένοχος είναι ο λιγότερο ύποπτος. Αυτό το βρίσκω πολύ ανατρεπτικό, γιατί κινητοποιεί τον αναγνώστη να σκεφτεί αναλόγως καχύποπτα και για την πραγματική ζωή, για το σοβαρό γιατρό με το βαλιτσάκι του, για τον βουλευτή».

Στην Παραλλαγή του Γιώργου Δαρσινού, το πτώμα ανήκει σ’ ένα καταξιωμένο συγγραφέα ιστοριών μυστηρίου που κρίνει μυθιστορήματα για έναν εκδοτικό οίκο και ύποπτοι είναι πέντε νέοι «κομμένοι» απ’ αυτόν φιλόδοξοι συγγραφείς. Στο Θάνατος από το πουθενά τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μια έπαυλη σε πόλη της βόρειας Ελλάδας. Οι πολυάριθμοι ένοικοί της, μέλη της «καλής» κοινωνίας και υπηρετικό προσωπικό, αποδεικνύονται όλοι υποψήφιοι δολοφόνοι και τελικά ύποπτοι. Και στα δύο βιβλία, η κοινωνική κριτική του συγγραφέα είναι οξεία αλλά υποδόρια: «M’ αρέσει πιο πολύ το καλυμμένο, να γράφεις για το κοινωνικό χωρίς να είναι τόσο εμφανές, να περνάει σε λεπτομέρειες. Αν διαβάσει κανείς τους Γάλλους αστυνομικούς συγγραφείς που είναι κατάμαυροι, έχουν για ήρωες άγριους τρομοκράτες εξωκοινοβουλετικούς. Ε, αυτό είναι πολύ εμφανές. Εμένα μ’ αρέσουν τα πιο κρυμμένα». Και προσθέτει: «Ακόμα και ρομάντζο να γράψεις, πρέπει να έχει και το κοινωνικό στοιχείο, αλλιώς δεν θα έχεις δώσει σωστά την πραγματικότητα. Καλή είναι η φυγή αλλά η σοβαρή λογοτεχνία πρέπει να αντανακλά την πραγματικότητα, διαφορετικά δεν έχει νόημα».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 22-2-2009)

Πρόσκληση σε γεύμα παραισθήσεων

Το περιοδικό Τάιμ χαρακτήρισε το βιβλίο ένα από τα καλύτερα του αιώνα στην αγγλική γλώσσα

Περιθώριο, εξαρτήσεις και αντισυμβατική γραφή δεν έχουν συνδεθεί τυχαία με το όνομα του μεγάλου αμερικανού λογοτέχνη Ουίλιαμ Μπάροουζ. Η πρόσφατη επανέκδοση του κλασικού Γυμνού γεύματος από τις εκδόσεις Τόπος, επιβεβαιώνει στο ακέραιο τις προσδοκίες του αναγνώστη, καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο εμπρηστικά κείμενα του συγγραφέα ή σύμφωνα με την κριτική του περιοδικού Τάιμ, ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του αιώνα που γράφτηκε στα Αγγλικά.

Το έργο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1959 και μόλις τρία χρόνια αργότερα βρέθηκε εκδότης στη χώρα του συγγραφέα, τις ΗΠΑ. Η νέα έκδοσή του στα Ελληνικά είναι αυξημένη κατά 20% σε σχέση με το πρωτότυπο, καθώς περιέχει κομμάτια που λογοκρίθηκαν, αλλά και διάφορα δοκίμια, εισαγωγές και προσχέδια, τα οποία παρέμεναν μέχρι πρότινος ανέκδοτα.

Δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί η έλλειψη σταθερής μορφής του βιβλίου αυτού. Πρόκειται για θραύσματα από εφιάλτες, συρραμμένους με την πλέον αντισυμβατική, αντι-αφηγηματική δομή. Από μια ευρύτερη οπτική γωνία, ο συνεκτικός ιστός αυτού του αντι-μυθιστορήματος είναι η περιπέτειες του ναρκομανή Ουίλιαμ Λι που δραπετεύει από τη Νέα Υόρκη για να καταλήξει στην πρωτεύουσα των παραισθήσεων, την Ταγγέρη του Μαρόκου. Όπως και στο μυθιστόρημα Τζάνκι (που επίσης επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος) ο αυτοβιογραφισμός του συγγραφέα είναι έντονος. Συνειρμική γραφή και εναλλασσόμενες εικόνες από έναν κόσμο υπό την επήρεια ουσιών συνθέτουν έναν αφηγηματικό καμβά, από τον οποίο λείπουν οι σταθερές του μυθιστορήματος. «Ταξίδι του μυαλού χωρίς χάρτη», έχει χαρακτηριστεί εύστοχα το βιβλίο από τη λογοτεχνική κριτική, η οποία τόσο στα χρόνια της έκδοσης του βιβλίου όσο και σήμερα, διχάζεται ως προς την αξία του, με ορισμένους να το χαρακτηρίζουν αριστούργημα και άλλους να το κλείνουν αηδιασμένοι από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Αυτό το γεγονός και μόνο αρκεί για να κατατάξει το βιβλίο στα κλασικά αναγνώσματα της εποχής του και όχι μόνο.

Η «οικογένεια» του Γυμνού γεύματος περιλαμβάνει όλη την μπιτ λογοτεχνία και μαζί με το Στο δρόμο του Τζακ Κέρουακ και το Ουρλιαχτό του Άλεν Γκίνσμπεργκ συνιστούν τη χαρακτηριστικότερη τριάδα του κινήματος των μπιτ. Δεν είναι μόνο η ηρωίνη, το στερητικό σύνδρομο και οι οργιώδεις σεξουαλικές ορμές που χαρακτηρίζουν την οπτική του αφηγητή. Πίσω από τις γραμμές καραδοκεί η αμείλικτη κριτική στη μεταπολεμική αμερικανική κοινωνία και κουλτούρα. Στον κόσμο της ψεύτικης ευδαιμονίας, της πολιτικής διαφθοράς και του καθωσπρεπισμού, ο Μπάροουζ αντιπροσωπεύει το κατοπτρικό είδωλο της κοινωνίας της υποκρισίας: Δηλαδή τον κόσμο της εξάρτησης, του περιθωρίου και της εξαθλίωσης. Από το καθρέφτισμα αυτό βγαίνουν συναρπαστικές και διαχρονικές εικόνες.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 19-9-2010)

Αριστερά, περιθώριο και ροκ εν ρολ

Ένα πέπλο καχυποψίας και απόρριψης υπήρχε -και υπάρχει ως σήμερα- στις σχέσεις των κομμουνιστών με τους περιθωριακούς. Οι λούμπεν (λέξη που στα γερμανικά σημαίνει κουρέλια) αντιμετωπίζονται διαχρονικά από την Αριστερά ως ξεπεσμένα στοιχεία της καπιταλιστικής κοινωνίας που έχουν χάσει τελεσίδικα την ταξική τους συνείδηση, άρα τοποθετούνται στο στρατόπεδο των εχθρών.

Τα ταραγμένα χρόνια 1963-64 εκτυλίσσεται η μυθιστορηματική δράση

Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, όπου το παρακράτος της Δεξιάς βρισκόταν στην κορύφωση της δράσης του και τα πολιτικά γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία και ανώμαλα, δυτικά της Ομόνοιας, στις συνοικίες του Κολωνού, της Βάθης και του Μεταξουργείου εντόπιζε κανείς μια συμπαγή μάζα περιθωριακών: Τραβεστί, νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες, ταπεινωμένοι αντάρτες, πρώην χίτες. Βρισκόμαστε στο λογοτεχνικό σύμπαν του Θανάση Σκρουμπέλου, ο οποίος με το νέο του μυθιστόρημα Μπλε καστόρινα παπούτσια (εκδόσεις Τόπος) επιχειρεί μια κατάδυση σ’ ένα κόσμο που εκ πρώτης όψης φαίνεται βορβορώδης, όμως στην ουσία διαπνέεται από μια λαϊκή και ανθρώπινη ηθική.

Τα λογοτεχνικά υλικά του Σκρουμπέλου είναι γνωστά στους εξοικειωμένους με το έργο του. Απ’ την παλιότερη νουβέλα του Φίδια στον Κολωνό θα εντοπίσουμε σκηνικά και χαρακτήρες, όπως ο Τάκης η οχιά. Η «Χαβάη», το κέντρο της αφήγησης του μυθιστορήματος, που στην πραγματικότητα υπήρξε γνωστό πορνείο για τραβεστί στο Μεταξουργείο, έχει μεταφερθεί και κινηματογραφικά στην ομώνυμη ταινία του συγγραφέα.

Η μυθιστορηματική δράση ξετυλίγεται στα χρόνια 1963-64 που σημαδεύτηκαν από την ανάδειξη στην εξουσία της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, τη δολοφονία του Κένεντι και τα αιματηρά γεγονότα κατά τη διάρκεια του γιορτασμού της επετείου από την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Η ιστορική τοποθέτηση των γεγονότων δεν αποτελεί απλά ένα γενικό «χαλί» κάτω από τη δράση των ηρώων. Ο συγγραφέας με δεξιοτεχνία συγκροτεί τους πολυάριθμους χαρακτήρες του βιβλίου εντάσσοντάς τους διαλεκτικά στον ιστορικό καμβά.

Πρόκειται για μια λαογραφική εργασία μεγάλης αξίας, αφού ο Σκρουμπέλος φανερώνει στα Μπλε καστόρινα παπούτσια μια εις βάθος γνώση του λεξιλογίου αλλά και της ηθικής συγκρότησης των ανθρώπων του περιθωρίου και των λαϊκών τάξεων της εποχής και της περιοχής. Μιλάμε για ένα κόσμο παραμελημένο από την ιστορία, την επιστήμη και τη λογοτεχνία και από αυτή την άποψη, δεν είναι λίγες οι αναλογίες του βιβλίου του Θ. Σκρουμπέλου με το έργο του Ηλία Πετρόπουλου.

Εμβληματική φυσιογνωμία του βιβλίου είναι ο Γαζούρης, επονομαζόμενος και άλογο, λόγω του υπερμεγέθους πέους του, γύρω από το οποίο το βιβλίο αφηγείται πολλές ιστορίες. Η μητέρα Αριστέα είναι η ηρωίδα που ενσαρκώνει το διαρκή και υπέρ πάντων αγώνα για επιβίωση και αξιοπρέπεια. Ο κυρ Χρήστος, μαυραγορίτης στην Κατοχή, αντικομμουνιστής και νονός της νύχτας, είναι ο χαρακτήρας έκπληξη του βιβλίου για τη μαστοριά και τη γενναιοδωρία με την οποία ο συγγραφέας φιλοτεχνεί τον ηθικό του κόσμο. Ο Μπόης είναι ο τίμιος αγωνιστής, μέλος του ΚΚΕ, που ψάχνει και παλεύει για την αλήθεια αλλά προδίδεται από την ηγεσία.

Ο συγγραφέας όχι μόνο δεν έχει ουδεμία σχέση με το μεταμοντέρνο ρεύμα ιστορίας, που ερμηνεύει αποστασιοποιημένα και επί ίσοις όροις την ιστορία νικητών και νικημένων του εμφυλίου. Προχωρά βήματα παραπέρα, ασκώντας κριτική στη νομιμοφροσύνη της ηγεσίας του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας, την προσύλωσή της στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τη γραμμή της για λαϊκά μέτωπα.

Τι είναι όμως τα μπλε καστόρινα παπούτσια; Είναι η μετάφραση του θρυλικού για την ιστορία της αμερικανικής μουσικής τραγουδιού blue suede shoes, το οποίο βασικά καθιέρωσε τον Έλβις Πρίσλεϊ στη θέση του «βασιλιά». Στους στίχους του, ο τραγουδιστής λέει ότι μπορεί να δεχτεί τα πάντα, να του κάψουν το σπίτι, να του κλέψουν το αυτοκίνητο, να του πιουν το ποτό – όμως ένα πράγμα δεν ανέχεται: Να του πατήσουν τα μπλε καστόρινα παπούτσια του. Αυτή η λεβεντιά, το συμβολικό καμιά φορά όριο της αξιοπρέπειας που κανείς δεν επιτρέπεται να παραβιάσει, ενώνει και τους δύο ασυμβίβαστους κατά τ’ άλλα χαρακτήρες του βιβλίου. Αυτό το «λαϊκό μέτωπο» η Αριστερά ποτέ δεν το κατανόησε. Όπως και το ροκ εν ρολ άλλωστε.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 31-8-2008)

Ένας ανυπότακτος επιστρέφει

Οι αντιξοότητες της ζωής, στην Καισαριανή της Κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά και ο βασανιστικός αργός θάνατος, σφραγίζουν το λογοτεχνικό έργο του Μάριου Χάκκα, το οποίο επανεκδόθηκε το 2008 και κυκλοφορεί στη μορφή των Απάντων, από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ακόμα επίκαιρος ο αγχωμένος και περιπαικτικός λόγος του Μάριου Χάκκα

Οι πάντα φρέσκιες σελίδες αυτοσαρκασμού για την κοινωνία, τη ζωή και την Αριστερά που άφησε ο λησμονημένος λογοτέχνης Μάριος Χάκκας, επανήλθαν στα βιβλιοπωλεία, ύστερα από την επανέκδοση των Απάντων του, που κυκλοφορούν και πάλι από τις εκδόσεις Κέδρος. Ο στρατός, οι δρόμοι του αγώνα για ψηλά ιδανικά, η Καισαριανή, το μικροαστικό σπίτι και το νοσοκομείο είναι οι λογοτεχνικοί τόποι που διατρέχουν το έργο ενός ελάσσονα κατά τα ακαδημαϊκά πρότυπα πεζογράφου, του οποίου όμως ο άλλοτε αγχωμένος και άλλοτε περιπαικτικός λόγος βρίσκεται ακόμα εντός εποχής.

Ο Μάριος Χάκκας έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, στα 41 του μόλις χρόνια το 1972, χτυπημένος από καρκίνο. Ο επικείμενος θάνατός του έδρασε σαν επιταχυντής του έργου του και δεν σταμάτησε να γράφει ως τις τελευταίες στιγμές στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Η συγκεντρωτική έκδοση του Κέδρου περιλαμβάνει την ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1965, τις συλλογές διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1966), Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970), τα τρία θεατρικά μονόπρακτα με τον τίτλο Ενοχή (1971) και την τελευταία του συλλογή πεζογραφημάτων Το κοινόβιο (1972) που κυκλοφόρησε την επομένη του θανάτου του. Ακόμα στο βιβλίο περιέχεται και ένα μέρος τα σκόρπια γραπτά του συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, καθώς και ένα σύντομο χρονολόγιο της ζωής του.

Ποιος πρέπει να γράφει λογοτεχνία; Η άποψη του Μ. Χάκκα δίνεται καθαρά από τον αφηγητή του: «Σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα», γράφει στον Μπιντέ. Ο ίδιος πάντως ήταν όλα τα αντίθετα: Μεγάλωσε και ανδρώθηκε στην Καισαριανή, σ’ ένα πλινθόκτιστο σπίτι του ενός δωματίου. Στα 23 του χρόνια (το 1954) τον συνέλαβαν για τα πολιτικά του φρονήματα και έκανε τέσσερα χρόνια φυλακή στην Καλαμάτα και την Αίγινα. Με την αποφυλάκισή του κατατάχθηκε σαν στρατιώτης γ’ κατηγορίας, λόγω φρονημάτων φυσικά, με την ειδικότητα του μουλαρά. Στα 38 του προσβλήθηκε από την αρρώστια που τον ταλαιπώρησε βασανιστικά μέχρι το θάνατό του. Ένας άνθρωπος «ψημένος» στον πόνο και τις περιπέτειες.

Τόσο οι εμπειρίες της ζωής όσο και ο ερχόμενος θάνατος σφραγίζουν τις σελίδες του: «Είμαι στα σαράντα κι οι προοπτικές μου δυσοίωνες. Μεταστάσεις, ενδεχόμενη γενίκευση, το τέλος κοντινό και αναπόφευκτο», γράφει σε ένα δραματικό προσωπικό τόνο στα τελευταία του διηγήματα, που όσο κι αν έχουν βιογραφικές αφορμές και εκφέρονται σε πρωτοπρόσωπη γραφή, ωστόσο δεν χάνουν πουθενά σε λογοτεχνικότητα και αφηγηματική τεχνική. Σε πολλά σημεία του έργου του και ειδικά στα τελευταία γραπτά του που συντάσσονται ενώ το τέλος είναι ορατό, ο Χάκκας μοιάζει να αυτοβιογραφείται λόγω και της πρωτοπρόσωπης αφήγησης που παγιώνεται στα πεζά του, όμως στην πραγματικότητα, αφήνει πολύ όμορφες και ισορροπημένες λογοτεχνικά σελίδες.

Ο σαρκασμός και η κριτική στην Αριστερά της εποχής του είναι στοιχεία απολαυστικά για την αμεσότητα και την ειλικρίνειά τους. Γράφει στο διήγημα Σύσκεψη, απ’ τον Τυφεκιοφόρο του εχθρού: «Πρόσωπα, χέρια, χείλη και λόγια όλα γνωστά, τόσο γνωστά, κυρίως τα λόγια, κουρντισμένα σ’ ένα κραυγαλέο ανυπόφορο τόνο (κι εγώ με τη στεντόρεια φωνή μου), που δεν είχαν καμιά σχέση με την κοινή ομιλία για το ψωμί και τον έρωτα, για τη ζωή και το θάνατο». Οι ανυπόφορες συνεδριάσεις, με τις μακρόσυρτες βαρετές εισηγήσεις που δεν αφήνουν χρόνο για άλλους να μιλήσουν, επανέρχονται συχνά σε αποστροφές της διήγησης. Αργότερα, στο Κοινόβιο θα γράψει σε άλλο τόνο, πιο επικριτικό και αποστασιοποιημένο: «Μόλις στα τριάντα πέντε μπόρεσα να λυτρωθώ από την ανελευθερία κι αυτό όχι πλήρως. Δεν είναι εύκολο ν’ αποτινάξεις το ζυγό του κόμματος. Πάντα ένιωθα να μου κρατάνε το χέρι. Κάθε φορά που πήγαινα να το τραβήξω, την πλήρωνα με τιμωρίες, επιπλήξεις, απομονώσεις προσωρινές διαγραφές».

Όσο κι αν κατηγορήθηκε για μικροαστικό ατομισμό, ο Χάκκας παραμένει ένας ανυπότακτος αριστερός, ένας αντιρρησίας με μεγάλο στόμα. Απ’ τη βιτριολική ειρωνεία του δεν θα ξεφύγει ούτε ο γραφειοκρατικός κομματικός μηχανισμός που τον συνθλίβει, ούτε όμως και ο μικροαστικός καθωσπρεπισμός που αναπτύσσεται ραγδαία στην Αθήνα των μεταπολεμικών δεκαετιών. Ο αυθορμητισμός και το θράσος του δεν προέρχεται από κάποια ανώτερη ταξικά καταγωγή, όπως συνηθίζεται σε άλλους συγγραφείς, αντίθετα πηγάζει από τη λαϊκότητά του: «Δεν γλιτώνεις εύκολα από τον κοινωνισμό, όταν μάλιστα αρχίζεις τον κοινωνισμό από την Καισαριανή της Κατοχής και έχεις αυτή την τρομερή μανία εναντίον του δωσιλογισμού», γράφει.

Το έργο του μαρτυρά όχι μόνο σεβασμό και εκτίμηση για το λαϊκό πολιτισμό και γλώσσα, την οποία τιμά με τον καλύτερο τρόπο, αλλά και τη βαθιά του πεποίθηση στα συλλογικά οράματα. Η λογοτεχνική του σύλληψη για το κοινόβιο, όπου θα καταλύσουν οι φίλοι, είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό: «Όμως δε θα έχουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις, που μας επέβαλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 7-9-2008)