Τα αντιεξουσιαστικά ρεύματα στο φως της μαρξιστικής κριτικής

Σύντομο και περιεκτικό, μάχιμο αλλά όχι εξαντλητικό, το νέο έργο που έχει στις προθήκες του το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο από τον Τζον Μόλινιου (John Molyneux), Αναρχισμός, μια μαρξιστική κριτική, δίνει εμπεριστατωμένα επιχειρήματα στον αναρχικό τρόπο σκέψης και δράσης. Η έκδοση των περίπου 100 σελίδων έρχεται να απαντήσει στην αυξανόμενη επιρροή των αυτόνομων και αντιεξουσιαστικών ρευμάτων σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο, που συναντάται με ιδιαίτερη ορμή στη χώρα μας μετά τον Δεκέμβριο του 2008. «Οι αναρχικές ιδέες σε όλες τις διάφορες εκδοχές τους δεν συνιστούν αποτελεσματικό τρόπο για να αλλάξει κανείς τον κόσμο», είναι το βασικό επιχείρημα του βιβλίου με τα λόγια του συγγραφέα του, που επιχειρεί μια αξιοσημείωτη επισκόπηση όλων των κεντρικών επιχειρημάτων που προβάλλει το «μπλακ μπλοκ» έναντι των μαρξιστών από την εποχή του Μπακούνιν μέχρι και τα γεγονότα της πλατεία Ταχρίρ.

Το βιβλίο επιχειρεί τηλεγραφική απάντηση στα σημεία κριτικής που έθεσαν σύγχρονοι διανοητές με μεγάλη επιρροή, όπως οι Νέγκρι και Χαρντ αλλά και ο Τζον Χόλογουεϊ

«Ο αναρχισμός είναι ένα κινούμενος στόχος», επισημαίνει ο Τζον Μόλινιου, αναφερόμενος στις αμέτρητες παραλλαγές και τάσεις του ρεύματος στο οποίο ασκεί κριτική. Χαρακτηριστικό της γραφής του πάντως είναι μια συντροφική διάθεση, σαν το σύντομο αυτό βιβλίο να απευθύνεται όχι μόνο στους αγωνιστές της Αριστεράς που αναζητούν απαντήσεις στα βέλη της αναρχικής κριτικής, αλλά και στους φορείς των αντιεξουσιαστικών ιδεών.

Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν ανήκει στην «ορθόδοξη» τάση του μαρξισμού αλλά στην τροτσκιστική πλευρά. Αυτό διαφαίνεται από την κριτική του σε πλευρές της ιστορίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: Όταν υποστηρίζει ότι «τα κόμματα που ισχυρίζονταν ότι είναι μαρξιστικά, λενινιστικά και εργατικά υπήρξαν τα βασικά όργανα καταπίεσης και εκμετάλλευσης εκατοντάδων εκατομμυρίων εργαζομένων στα λεγόμενα κομμουνιστικά κράτη». Αλλά και όταν διαφοροποιείται πλήρως από τη γραμμή για κυβερνήσεις λαϊκού μετώπου τη δεκαετία του ’30 σημειώνοντας για την Ισπανία ότι αυτή η κυβέρνηση ήταν «αφοσιωμένη στη διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων».

Αρετή του βιβλίου είναι ότι καταπιάνεται αναλυτικά με διαχρονικά ακανθώδη ζητήματα: Τη γραφειοκρατικοποίηση της ηγεσίας, τις αυταρχικές πρακτικές των μπολσεβίκων που οδήγησαν στα γεγονότα της Κροστάνδης, την επαναστατικότητα ή το «συμβιβασμένο χαρακτήρα» της εργατικής τάξης, τη συμμετοχή στις εκλογές. Παρά τη χαρακτηριστική συντομία του δοκιμίου, επιχειρείται τηλεγραφική απάντηση στα σημεία κριτικής που έθεσαν σύγχρονοι διανοητές με μεγάλη επιρροή, όπως οι Νέγκρι και Χαρντ αλλά και ο Τζον Χόλογουεϊ. Ξεχωριστή μνεία γίνεται επίσης για τον «λάιφσταϊλ αναρχισμό», μια ειλικρινής και πρωτότυπη ματιά στα σημερινά ρεύματα που διακρίνει κανείς σε τμήματα της νεολαίας.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 9-9-2012)

Advertisements

Η επιστροφή των κλασικών


Σφυροδρέπανο; Κόκκινο χρώμα; Αυτό που μια δεκαετία πριν για τους γραφίστες στα ατελιέ των εκδοτικών οίκων θα ήταν η τελευταία λύση, σε καταχωνιασμένους υποφακέλους, αφού ένα εμπορικό εξώφυλλο βιβλίου που προορίζεται για τα «ευπώλητα» είχε άλλες προδιαγραφές, τώρα έχει ανέβει στην «επιφάνεια εργασίας». Οι κλασικοί του μαρξισμού έρχονται με δραματικό τρόπο στην επικαιρότητα, ακολουθώντας την ανάγκη των σκεπτόμενων ανθρώπων να ψηλαφίσουν μια λύση πέρα από τη σημερινή πραγματικότητα.

Συνέχεια

Όταν το κόκκινο συνυπήρχε με το μαύρο

εστίαση
Aν τολμούσαμε μια μεταφυσική μεταφορά στο χρόνο και φέρναμε ξανά στη ζωή σήμερα τον Κάρολο Μαρξ και τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τι θα συζητούσαν μεταξύ τους; Δίχως άλλο τη γέννηση και την πτώση των σοσιαλιστικών κρατών του 20ού αιώνα. Την πρακτική δηλαδή εφαρμογή των οραμάτων και των ελπίδων που έτρεφαν χιλιάδες επαναστάτες. Άλλωστε, η διχογνωμία των δύο ρευμάτων, του κομμουνιστικού και του αναρχικού, για τα «βήματα» της σοσιαλιστικής επανάστασης και για την αναγκαιότητα του προλεταριακού μεταβατικού κράτους συντέλεσε τελικά στην οριστική ρήξη των δύο τάσεων, με την αποπομπή του Μπακούνιν από τη Διεθνή το 1872. Καθώς όμως οι Μαρξ και Μπακούνιν επέδρασαν καθοριστικά στην επαναστατική σκέψη και πρακτική των χρόνων που ακολούθησαν, φθάνοντας μέχρι τις ημέρες μας, οι τότε αντιπαραθέσεις φωτίζουν ίσως τα σημερινά προβλήματα αλλά και τη μελλοντική προοπτική των επαναστατικών εγχειρημάτων. Αυτή είναι και η αξία του νέου βιβλίου του Γιώργου Ρούση, Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη.

Συνέχεια

Η θεωρία του Καρλ Μαρξ χωρίς στερεότυπα

«Ο μαρξισμός είναι το όπιο των διανοουμένων», είπε κάποτε ο διάσημος Αμερικανός κριτικός λογοτεχνίας, Έντμουντ Γουίλσον. Όμως οι ιδέες που συγκρότησε σε επιστημονική θεωρία ο συγγραφέας του Κεφαλαίου δεν δέχτηκαν πάντα πνευματώδη κριτική. Από το 19ο αιώνα μέχρι τις ημέρες μας, η πολεμική κατά του Καρλ Μαρξ βασίζεται περισσότερο σε στερεότυπα, παρά σε τεκμηριωμένα φιλοσοφικά και πολιτικά επιχειρήματα. Τα πιο διαδεδομένα και ριζωμένα από αυτά τα στερεότυπα ανέλαβε να αποκαλύψει ο Υβόν Κινιού, καθηγητής φιλοσοφίας, στο βιβλίο του με το λιτό τίτλο Καρλ Μαρξ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Με χαρακτηριστική οικονομία λόγου, που δεν θυμίζει σε τίποτα τις μακροσκελείς αναλύσεις περί μαρξισμού και με διαυγή επιχειρήματα, που υπηρετούν την εκλαΐκευση χωρίς παραχωρήσεις στην απλούστευση, οι 144 σελίδες του βιβλίου συγκροτούν μια σύντομη και περιεκτική εισαγωγή στη μαρξιστική σκέψη.

Ο Υβόν Κινιού (Yvon Quiniou) απαντά στα δημοφιλέστερα κλισέ των δεξιών και αριστερών επικριτών του μαρξισμού

Βασική θέση που διατρέχει το βιβλίο είναι πως η θεωρία που επεξεργάστηκε και διέδωσε ο Καρλ Μαρξ διαχωρίζεται από την πολιτική της εφαρμογή, όπως την γνωρίσαμε στα σοσιαλιστικά πειράματα του 20ού αιώνα. Ο συγγραφέας τάσσεται κριτικά απέναντι στην ιστορία του υπαρκτού σοσιαλισμού, καταδικάζει το «στείρο δογματισμό» του μαρξισμού που καλλιεργήθηκε κατά τη σταλινική περίοδο και υπερασπίζεται έναν «καθαρό» μαρξισμό, όπως αυτός προκύπτει από το έργο του δημιουργού του. Ανάμεσα στα στερεότυπα που εξετάζονται, περιλαμβάνονται και τα εξής: «Για τον Μαρξ, ο άνθρωπος είναι απολύτως εξαρτημένος από τη φύση», «ο κομμουνισμός είναι η πανταχού παρουσία του κράτους», «ο κομμουνισμός αδιαφορεί για το άτομο» και βέβαια το πλέον κλασικό στερεότυπο, «ο κομμουνισμός είναι ουτοπία, απέτυχε παντού».

Το βιβλίο δεν απαντά μόνο στους αντιπάλους του μαρξισμού, αλλά και σε νεομαρξιστικά ρεύματα, οι ιδέες των οποίων γνωρίζουν ευρύτερη διάδοση. Μια απ’ αυτές είναι η άποψη που υποστηρίζει ότι «για τον Μαρξ η ιστορία είναι γραμμένη εκ των προτέρων». Όπως τονίζει ο συγγραφέας «η ντετερμινιστική κατανόηση της μακροϊστορίας δεν εμποδίζει στον Μαρξ την κατανόηση της μικροϊστορίας με όλη την ιδιαιτερότητα, την ατομική δράση και το απρόβλεπτο που αυτή συνεπάγεται». Επίσης, καταρρίπτεται η δημοφιλής στη Νέα Αριστερά θέση ότι «η εκμετάλλευση που περιέγραφε ο Μαρξ δεν υπάρχει πλέον». Όπως γράφει ο Υβόν Κινιού, η μαρξιστική ανάλυση «δεν μας μιλάει για μια ειδική κατάσταση της κοινωνίας, ιστορικά και γεωγραφικά οριοθετημένη, αλλά για έναν τρόπο παραγωγής, του οποίου οι μορφές ανανεώνονται αλλά οι νόμοι που διέπουν τη λειτουργία του παραμένουν αμετάβλητοι».

Το βιβλίο μετέφρασε ο Γιάννης Καυκιάς και προλογίζει ο Ευτύχης Μπιτσάκης.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 22-5-2011)

Προορισμός Βερολίνο, από την Αθήνα του ΔΝΤ

Πέντε κράτη, μία πρωτεύουσα

Τείχος, Πύλη Βρανδεμβούργου, Χίτλερ, Ράιχσταγκ, βομβαρδισμοί. Ποιες είναι λέξεις κλειδιά για το Βερολίνο; Όλες κατά ένα περίεργο τρόπο συνδέονται με μεγάλες στιγμές στην ιστορία, αλλά και καθοριστικούς σταθμούς για τη χώρα μας και όχι μόνο. Δεν είναι τυχαίο μάλλον που ενώ οι πολιτικές συνθήκες τριγύρω μεταβάλλονται ριζικά ανά τους αιώνες, το Βερολίνο μένει πάντα στο επίκεντρο. Πέντε κρατικές οντότητες είχαν στην ιστορία πρωτεύουσά τους το Βερολίνο: Το Βρανδεμβούργο, το Βασίλειο της Πρωσίας, το Τρίτο Ράιχ, η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και η σημερινή ενωμένη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μπορούμε να φανταστούμε μέλη της πρωσσικής αυτοκρατορικής αυλής, αξιωματικούς των Ες Ες, κυβερνητικά στελέχη στο Πολιτικό Γραφείο του Σοσιαλιστικού Ενωτικού Κόμματος αλλά και σημερινούς υπουργούς της Άνγκελα Μέρκελ να κάνουν την πρωινή τους βόλτα δίπλα από τον ποταμό Σπρέε.

Η πύλη του Βρανδεμβούργου

Ο Γερμανός, ο Έλληνας και ο λογαριασμός

Τρόικα, Μέρκελ, Μνημόνιο, ευρώ. Αυτές οι λέξεις – κλειδιά δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τη σημερινή περιγραφή της Γερμανίας και του Βερολίνου, τουλάχιστον αν το ταξίδι ξεκινά από την Αθήνα της κρίσης και του ΔΝΤ. Είναι λοιπόν αλήθεια: Μας έχει περάσει στο υποσυνείδητο ένα τέτοιο ενοχικό σύμπλεγμα που από το πρώτο λεπτό στο αεροδρόμιο Τέγκελ αισθάνεσαι σαν έχεις διαπράξει κάτι το απαγορευμένο, για πολίτη μιας χώρας υπό οικονομική επιτήρηση και αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. «Έλληνας τουρίστας, το πιο σύντομο ανέκδοτο», θα λέγαμε…

Κυκλοφορεί στο Βερολίνο και μου μετέφερε Έλληνας που ζει στη Γερμανία το εξής χαρακτηριστικό ανέκδοτο: Ένας Ιταλός λέει, ένας Ισπανός κι ένας Έλληνας πάνε σ’ ένα εστιατόριο. Τρώνε, πίνουν κι ευχαριστούνται κι έρχεται η ώρα του λογαριασμού. Ποιος πληρώνει; Απάντηση, ο Γερμανός!

Ο Πύργος του Βερολίνου, ύψους 368 μέτρων


Μια ευρύτερη αντίληψη που κυριαρχεί σήμερα στη Γερμανία είναι ότι οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, χωρίς παραγωγική βάση και με μια αντι-εργασιακή κουλτούρα, κατάφεραν να επιζήσουν και να δημιουργήσουν έναν υλικό πλούτο βασιζόμενες στον υπερδανεισμό και την οικονομική επιείκεια των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών, δηλαδή της Γερμανίας. Στις εφημερίδες, στις καθημερινές συζητήσεις ο αφορισμός αυτός κυριαρχεί.

Το ιδεολόγημα αυτό έχει φυσικά μια πραγματική αφετηρία. Το γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του 1990 η Γερμανία υπό την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Γκέρχαρτ Σρέντερ προέβη πρώτη από όλους σε μια άνευ προηγουμένου «εσωτερική υποτίμηση», χτυπώντας αλύπητα τους μισθούς, το συνταξιοδοτικό σύστημα και το κοινωνικό κράτος που ίσχυε μέχρι τότε για τους Γερμανούς. Το πολιτικό αυτό πρόγραμμα που πήρε το όνομα «Ατζέντα 2010», ήταν φυσικά πολύ επώδυνο, ωστόσο εκτίναξε το συγκριτικό πλεονέκτημα της Γερμανίας στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών οικονομιών. Οι Γερμανοί ήταν οι πρώτοι που ένιωσαν στο πετσί τους και προκαταβολικά τις συνέπειες της κρίσης και τώρα γελούν χαιρέκακα με τους υπόλοιπους.

Γεγονός επίσης παραμένει ότι η χώρα αυτή είναι υπερ-ανεπτυγμένη βιομηχανικά και ανέκαθεν χρησιμοποιούσε την πολιτική της ισχύ προκειμένου να εδραιώσει και την οικονομική της κυριαρχία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ίσως δεν υπάρχει γι’ αυτή την τάση, από το αναγκαστικό δάνειο που υποχρεώθηκε η υπόδουλη στους ναζί Ελλάδα να καταβάλλει στη γερμανική κρατική τράπεζα το 1942, ύψους 3,5 δισ, μάρκων.

Αλεξάντερπλατς η καρδιά του Ανατολικού Βερολίνου

Ομιλείτε Αγγλικά;

Όλα αυτά ανήκουν φυσικά στο παρελθόν. Παρόλ’ αυτά, η αυτοκρατορική ιστορία αιώνων και η σημερινή ηγεμονική θέση της χώρα τους στη διακρατική σκακιέρα έχουν αφήσει στους σύγχρονους Γερμανούς έναν εμφανή σοβινισμό. Αδιανόητο θα ήταν φυσικά για μας, εδώ στην Ελλάδα που «ζει» από τον τουρισμό, υπάλληλοι μουσείου να μην μπορούν να συνεννοηθούν στα Αγγλικά. Συνέβη όμως στο Βερολίνο! Σε έναν απλούστατο διάλογο, η ερώτηση στα Αγγλικά «τι ώρα κλείνει το μουσείο;», είχε απάντηση μόνο στα Γερμανικά: «um achtzehn Uhr», δηλαδή στις 6.

Μια δεύτερη προσπάθεια για συνεννόηση σ’ αυτήν που θεωρείται παγκόσμια και κυρίαρχη γλώσσα, την Αγγλική, έπεσε στο κενό: Μέσα στο χαμό του κεντρικού σταθμού της Αλεξάντερπλατς χρειαζόμουν την πληροφορία αν ένα τρένο στην πλατφόρμα έφτανε στο Σαρλότενμπουργκ, την περιοχή με το αυτοκρατορικό ανάκτορο της πρωσσικής δυναστείας, όπου σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Ρώτησα στα Αγγλικά. «Ich verstehe nicht», «δεν καταλαβαίνω», μου απάντησε μια συμπαθής μεσήλικας. Έκτοτε, επιστράτευσα τα λίγα Γερμανικά μου στις καθημερινές συνεννοήσεις, πρωτοβουλία που αποδείχτηκε ότι ανοίγει απίστευτα πολλές πόρτες στην αμοιβαία κατανόηση αλλά και τη διάθεση.

Ο δρόμος προς το πρωσσικό ανάκτορο Σαρλότενμπουργκ, που λειτουργεί ως μουσείο


Αθήνα – Βερολίνο,
τόσο μακριά, τόσο κοντά

Στο Βερολίνο διαψεύδονται τα στερεότυπα. Ότι οι Γερμανοί δεν καπνίζουν. Ότι σέβονται ευλαβικά τους νόμους και τους κανονισμούς. Ότι σέβονται την καθαριότητα και την τάξη. Μια εξήγηση είναι ότι η πόλη αυτή σφύζει από ξένους επισκέπτες, τουρίστες, μετανάστες, φοιτητές. Είναι η μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας, με 3,4 εκατομμύρια κατοίκους, κι όμως οι επισκέπτες της κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Πέρα από τον πολυεθνικό χαρακτήρα, φαίνεται ότι σαν αυτόνομη οντότητα ανάμεσα στα υπόλοιπα ομόσπονδα κρατίδια, το Βερολίνο διατήρησε έναν περισσότερο ελευθεριακό χαρακτήρα, κάτι σαν έναν αέρα μιας παγκόσμιας κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας μέσα σε ένα σύνολο συντηρητικών πόλεων.

Η γκλαμουριά των Γκαλερί Λαφαγιέτ δεν αρκεί για να πληρωθούν οι καθαρίστριες που ζητούν κέρματα στις τουαλέτες

Δεν φαντάζομαι εκτός Βερολίνου οδηγούς λεωφορείου να περνούν με κόκκινο τα φανάρια, όπως με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα. Ξαφνικά, κι άλλα μικρά στοιχεία με έκαναν να αισθανθώ οικεία, σαν το σπίτι μου. Όταν για παράδειγμα στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, τον S-Bahn, ζητιάνοι διέτρεχαν τα βαγόνια επιδεικνύοντας μάλιστα σε κακοδιατηρημένες φωτοτυπίες κάποια ντοκουμέντα υποτίθεται για την κακή κατάσταση της υγείας τους. Αλλά και όταν στους σταθμούς του μετρό, τον U-Bahn, πλανόδιοι μουσικοί με κλαρίνο ζητούσαν λίγα κέρματα από τους περαστικούς. Πίστευα μέχρι τώρα ότι ήταν βαθύς επαρχιωτισμός και σημάδι κοινωνικής παρακμής το γεγονός ότι σε αρκετές δημόσιες τουαλέτες στην Ελλάδα υπάρχουν γυναίκες καθαρίστριες που περιμένουν καθισμένες τα ψιλά μας στην έξοδο. Το είδα όμως και στο Βερολίνο, όχι μάλιστα σε καμιά σκοτεινή γωνιά της πόλης, αλλά στο περίφημο εμπορικό κέντρο Galleries Lafayette.

Πρόσεξα μάλιστα ότι το κίνημα «δεν πληρώνω» έχει και τους Βερολινέζους συντρόφους. Σπάνια στα λεωφορεία κάποιος χτυπούσε εισιτήριο. Στο μετρό οι περισσότεροι περνούσαν «αεράτοι» από τα ακυρωτικά μηχανήματα. Για τρία 24ωρα που χρησιμοποιούσα μανιωδώς μέσα μαζικής μεταφοράς, τουλάχιστον για 6 μεταφορές τη μέρα, δεν συνάντησα ούτε έναν ελεγκτή! Να έχουν όλοι κάρτες απεριορίστων ή να σκέφτηκαν αυτό που εκ των υστέρων σκέφτηκα κι εγώ; Κλονίστηκαν όμως κι άλλες βεβαιότητες. Πίστευα μέχρι στιγμής ότι το πράσινο λερωμένο πλακάκι στο σταθμό Βικτώρια του ηλεκτρικού της Αθήνας είναι κάτι σαν εθνικό μας φετίχ, σήμα κατατεθέν της ελληνικής κακογουστιάς. Κι όμως, ήταν και στο Βερολίνο ο πρωταγωνιστής σε δύο σταθμούς. Ακριβώς στην απόχρωση της λίγδας που αφήνουν τα χρόνια!

«Zurück bleiben bitte»

Τα ιδιόρρυθμα φανάρια συγκεντρώνουν όλα τα βλέμματα


Το Βερολίνο βέβαια δεν είναι σαν την Αθήνα. Υπάρχουν δομικές διαφορές. Το σήμα όταν κλείνουν οι πόρτες στο μετρό της Αθήνας είναι σαν να λέει «τρέχα όσο μπορείς για να μπεις». Στο μετρό του Βερολίνου πριν κλείσουν οι πόρτες μια φωνή προτρέπει για το αντίθετο, όταν λέει «zurück bleiben bitte», που σημαίνει «παρακαλώ μείνετε πίσω». Οι Βερολινέζοι «Σταμάτης» και «Γρηγόρης» στα φανάρια μοιάζουν να βγήκαν από άλλη εποχή με τα καπελάκια τους και την ασυνήθιστη στάση. Αλλά και οι …κουβέρτες που υπάρχουν στα τραπεζάκια των καφέ που βρίσκονται σε εξωτερικούς χώρους, μας θυμίζουν συνεχώς ότι εκεί είναι διαφορετικό το κλίμα.

Η σχέση των Γερμανών με το παρελθόν είναι ένα ζήτημα που ξεχωρίζει. Από την αρχιτεκτονική των σπουδαιότερων μνημείων και των σημαντικότερων κτιρίων καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι το κλασικό ελληνορωμαϊκό παρελθόν έχει βαθιές ρίζες στη Γερμανία. Οι κίονες του Ράιχσταγκ, των μεγαλύτερων μουσείων, ακόμα και οι πύλες του Βρανδεμβούργου έχουν κλασική αισθητική και ρυθμούς.

Μια ολόκληρη πολιτεία ξεσήκωσαν οι Γερμανοί από την Πέργαμο για να εκτεθεί στις αίθουσες του ομώνυμου μουσείου


Ραγίζει φυσικά η καρδιά στα μεγάλα μουσεία. Στο σπουδαιότερο, το Μουσείο της Περγάμου, εκτίθενται ολόκληρα κολοσσιαία κτίσματα μέσα στις χαώδεις αίθουσες. Αρχαιότητες από την κλασική και την ύστερη περίοδο, μνημεία του αραβικού πολιτισμού, όλα προϊόντα κλοπής και αρπαγής, κοσμούν μεγαλοπρεπή τμήματα. Θα είχαν την ίδια τύχη και την ίδια προβολή οι αρχαιότητες αυτές, αν αφήνονταν στην ιδιοκτησία και τη φροντίδα των λαών τους; Αυτό το αναπάντητο ερώτημα είναι το μόνο επιχείρημα των Γερμανών.

Από τις «Ζωές των άλλων»
στο «Goodbye Lenin»

Υπάρχει όμως και η σύγχρονη ιστορία που αποδεικνύει ότι οι Γερμανοί μιλούν και συζητούν ανοιχτά για το πρόσφατο παρελθόν τους κι ας ήταν επώδυνο. Μια από τις κυριότερες στιγμές του Βερολίνου στον αιώνα που πέρασε είναι φυσικά η ανέγερση του Τείχους και η διάσπαση της χώρας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα. Τείχος δεν υπάρχει πια, αλλά στην περίφημη οδό Friedrichstrasse, το σημείο ελέγχου με το αμερικανικό φυλάκιο παραμένει ως έχει, σαν αποκολλημένη εικόνα από ένα σκοτεινό παρελθόν. Η ίδια η ιστορία της Ανατολικής Γερμανίας είναι αντικείμενο κριτικής και συζήτησης που όπως είναι φυσικό, συγκεντρώνει το δημόσιο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια κρατική οντότητα, με την κουλτούρα και την καθημερινότητά της, που έσβησε εντελώς ξαφνικά, με κυριότερο σταθμό στην πορεία φθοράς της το γκρέμισμα του τείχους τον Νοέμβριο του 1989.

Η τελευταία λέξη στη μουσειολογία, το διαδραστικό Μουσείο της Ανατολικής Γερμανίας, δίπλα στον ποταμό Σπρέε


Την Ανατολική Γερμανία έχει σαν θέμα το DDR Museum το πρώτο διαδραστικό μουσείο, κάτι σαν
την …τελευταία λέξη στη μουσειολογία. Βεβαίως το ο Βερολίνο θεωρείται η πρωτεύουσα των μουσείων, καθώς διαθέτει πάνω από 170. Φυσικά, υπάρχουν και …απάτες όπως το Μουσείο Currywurst, όπως λέγεται ένα δημοφιλές πρόχειρο έδεσμα, που αποτελείται από λουκάνικο με σάλτσα ντομάτας και κάρι. Όμως το DDR Museum ξεχωρίζει. Ο επισκέπτης ενθαρρύνεται να αγγίξει, να χρησιμοποιήσει τα εκθέματα. Να πιάσει το τιμόνι και να πατήσει γκάζι σε ένα Traband, το αυτοκίνητο – σήμα κατατεθέν της Ανατολικής Γερμανίας. Να πάρει τα ακουστικά και να κρυφακούσει υποκλοπές επικοινωνιών που αποσπούσε η Στάζι. Να ανοίξει την ντουλάπα με τα πιο δημοφιλή ρούχα που παρήγαγαν τα ανατολικογερμανικά εργοστάσια μόδας. Να αλλάξει κανάλι στο τηλεκοντρόλ, σε μια παλιά συσκευή που δείχνει ειδήσεις και ψυχαγωγικά προγράμματα περασμένων δεκαετιών και άλλης αισθητικής από τη δυτική.

Ο σύντροφος της Ρόζας Λούξεμπουργκ, Καρλ Λίμπκνεχτ, τιμάται με το δρόμο του


Το μουσείο δεν χαρίζει κάστανα στην πολιτική του τοποθέτηση. Περιγράφει μια αστυνομοκρατούμενη κοινωνία επιβολής, μια πολιτική εξουσία που εξαπάτησε το λαό με τις διακηρύξεις της για ελευθερία που τελικά κατάντησε απολυταρχία μέσω της μυστικής αστυνομίας πληροφοριών. Επιβεβαιώνει τα στερεότυπα που έχουν κυριαρχήσει σε όλο το δυτικό κόσμο για τα ανατολικά κράτη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το DDR Museum ακολουθεί το πρότυπο της δημοφιλούς ταινίας «Οι ζωές των άλλων». Σ’ αυτή ο πρωταγωνιστής πράκτορας της Στάζι αφήνει κατά μέρος την αυστηρή του εκπαίδευση κατά των αντιφρονούντων, για να αφήσει λίγο «χώρο» στον ανήσυχο καλλιτέχνη που ασφυκτιά μέσα στο αυταρχικό καθεστώς.

Έξοδος μετρό προς λεωφόρο Καρλ Μαρξ


Δεν υπάρχει όμως μόνο αυτή η άποψη. Είναι και η άλλη πλευρά, αυτή που κυρίως εξέφρασε η άλλη δημοφιλέστατη ταινία γερμανικής παραγωγής, το Goodbye Lenin. Μια πιο επιεικής ματιά σε ένα λαό που θέλησε να πάρει τη τύχη στα χέρια του, να ακολουθήσει ένα άλλο πρότυπο, που κατάφερε πολλά αλλά έκανε και λάθη. Δεν είναι τυχαίο ίσως που το ομορφότερο κομμάτι του Βερολίνου είναι το Ανατολικό. Το κομμάτι όπου στην ονοματολογία των δρόμων του φανερώνεται μια άλλη ένδοξη ιστορία στη διαπάλη των ιδεών: Λεωφόρος Καρλ Μαρξ, Οδός Καρλ Λίμπκνεχτ, Στάση Ρόζα Λούξεμπουργκ.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παλμόραμα, 23-4-2011)

Τεύχος 183

Ο Μαρξ για τη θρησκεία και το κράτος

Ούτε ο Μαρξ γλύτωσε τα βέλη της κριτικής για αντισημιτισμό

Στο ακόμα επίκαιρο ερώτημα πώς θα απελευθερωθεί ο άνθρωπος από τα δεσμά της θρησκείας δίνει απάντηση ο Καρλ Μαρξ στο έργο του Για το εβραϊκό ζήτημα. Αφού μεσολάβησαν 78 χρόνια από την πρώτη του έκδοση στα Ελληνικά, το 1932, οι εκδόσεις Γκοβόστη προχώρησαν σε επανέκδοση του ιστορικού βιβλίου που πρωτοκυκλοφόρησε στη χώρα μας με πρόλογο γραμμένο από τον Αβραάμ Μπεναρόγια, τον εβραϊκής καταγωγής ηγέτη της Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη και έναν εκ των ιδρυτών του ΚΚΕ. Την επιμέλεια της επανέκδοσης ανέλαβε ο καθηγητής Γιώργος Ρούσης, ο οποίος με μια εισαγωγική μελέτη 130 σελίδων, αναλύει διεξοδικά το πλαίσιο εντός του οποίου γράφτηκε το βιβλίο του Μαρξ αλλά και τις σύγχρονες προεκτάσεις του.

Κατά την προσφιλή μέθοδο των «κλασικών», το Για το εβραϊκό ζήτημα, συνιστά απάντηση – κριτική στις δημοσιευμένες απόψεις ενός άλλου διανοούμενου για το ίδιο ζήτημα και συγκεκριμένα του Μπρούνο Μπάουερ. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς συνεργάτες του Καρλ Μαρξ κατά την περίοδο που εξέδιδε την Εφημερίδα του Ρήνου, με τον οποίο ήρθε σε ιδεολογική ρήξη το 1842, δύο χρόνια πριν τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου. Το Για το εβραϊκό ζήτημα συγκαταλέγεται στα λεγόμενα «πρώιμα» έργα του Μαρξ. Όπως σημειώνει ο Γ. Ρούσης, για το βιβλίο «αποτελεί συστατικό τμήμα στη διαμόρφωση του μαρξισμού, ενώ περιέχει ήδη και στοιχεία της ώριμης σκέψης του, μιας σκέψης η οποία παρά τα όποια άλματά της, δεν είναι δυνατόν να χωριστεί στεγανά σε νεανική και ώριμη».

Έναν αιώνα μετά τη δημοσίευσή του, το έργο αυτό του Μαρξ βρέθηκε δέχτηκε τα βέλη της κριτικής για αντισημιτισμό. Ορισμένες φράσεις του πρωτότυπου έδωσαν λαβή για μια σφοδρή επίθεση στο πρόσωπο του συγγραφέα, που ξεκίνησε το 1949 και έφτασε μέσω της διαστρέβλωσης να χαρακτηρίσει το έργο αυτό «προσκλητήριο φόνου, προσκλητήριο γενοκτονίας». Οι «ένοχες» φράσεις εντοπίζονται στο σημείο όπου ο Μαρξ τονίζει: «Ποια είναι η εγκόσμια λατρεία του εβραίου; Το εμπόριο. Ποιος ο γήινος θεός του; Το χρήμα». Όπως υποστηρίζει ο Γιώργος Ρούσης, «η επιλογή αυτή προκύπτει στον Μαρξ μέσα από την ιστορία των εβραίων και τον κοινωνικό τους ρόλο στη σύγχρονη του νεαρού Μαρξ κοινωνία, η οποία γενικεύει και καθιστά κυρίαρχες αξίες τα χαρακτηριστικά που αποδίδει στον εβραίο τύπο και όχι βεβαίως σε όλους τους εβραίους».

Το ανάθεμα του αντισημιτισμού, που δεν απέφυγε ούτε και ο Σαίξπηρ, με τον Έμπορο της Βενετίας και το πρωταγωνιστικό πρόσωπο Σάιλοκ, έπεσε για τους ίδιους λόγους και στον Μαρξ. Όπως ο σαιξπηρικός ήρωας, που είναι εβραίος τοκογλύφος, έτσι και ο εβραίος του Μαρξ, χρησιμοποιείται ως τύπος ανθρώπου, με αφορμή το γεγονός ότι τα χρόνια συγγραφής του έργου το 90% του συνόλου της κοινότητας αυτής ασχολούνταν με το εμπόριο ή τη μεσιτεία. Άλλωστε, το κείμενο του Μαρξ είναι σαφές στις προθέσεις του: «Ο ιουδαϊσμός διατηρήθηκε όχι παρά τη θέληση της ιστορίας, αλλά μέσον της ιστορίας. Η αστική κοινωνία γεννά αδιάκοπα τον εβραίο μέσα απ’ τα βάθη των δικών της σωθικών […] Το χρήμα είναι ο ζηλότυπος θεός του Ισραήλ, μπρος στον οποίο κανένας άλλος θεός δεν πρέπει να υπάρχει. Το χρήμα εξευτελίζει όλους τους θεούς του ανθρώπου και τους μεταβάλλει σε εμπόρευμα». Έπειτα ο Μαρξ υπογραμμίζει: «Μια κοινωνική οργάνωση τέτοια που να καταργούσε τους απαραίτητους όρους της εμπορικής συναλλαγής και επομένως τη δυνατότητα της συναλλαγής θα καθιστούσε αδύνατη την ύπαρξη του εβραίου. Η θρησκευτική συνείδηση του εβραίου θα χανόταν σαν αέρας μέσα στην αληθινή ατμόσφαιρα της κοινωνίας».

Το σημαντικότερο επιχείρημα πάντως εναντίον των κατηγοριών που δέχτηκε ο Μαρξ είναι ότι το βιβλίο του αυτό συνιστά απάντηση στον αντισημιτισμό του Μπάουερ. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η φύση του εβραίου είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό, ενώ η ομάδα αυτή αντιμετωπίζεται ανεξάρτητα από την ιστορική εξέλιξη. Η κριτική του Μαρξ στις θέσεις αυτές είναι ότι οι εβραίοι αποτελούν μια κοινότητα που είναι προϊόν της ιστορίας.

Μια ακόμη σημαντική συμβολή του έργου αυτού του Μαρξ είναι το γεγονός ότι με αφορμή το εβραϊκό ζήτημα διατυπώνει μια οξεία κριτική στο αστικό κράτος και τις ελευθερίες που αυτό διασφαλίζει. Τη λαβή για την κριτική αυτή τη δίνει ο Μπάουερ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η χειραφέτηση των εβραίων θα διασφαλιστεί αν τα αστικά κράτη αποβάλλουν τις θρησκευτικές τους προκαταλήψεις έναντι της ομάδας αυτής. Τι διασφαλίζει όμως το αστικό κράτος στην πιο ριζοσπαστική του μορφή, όπως διατυπώθηκε στο γαλλικό σύνταγμα του 1793; Τα δικαιώματα της ισότητας, της ελευθερίας, της ασφάλειας και της ιδιοκτησίας. Η ελευθερία, σε έναν ορισμό που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας, είναι η εξουσία να κάνει κανείς ό,τι δεν βλάπτει τα δικαιώματα του άλλου. «Τα όρια μέσα στα οποία ο καθένας μπορεί να κινηθεί χωρίς να βλάψει τον άλλο, έχουν καθορισθεί με νόμο, όπως τα όρια δύο αγρών έχουν επισημανθεί με παλούκια», σχολιάζει ο Μαρξ, καυτηριάζοντας τον περιοριστικό αυτό ορισμό που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν απομονωμένη μονάδα. Ο ορισμός αυτός καταλήγει ότι η πρακτική εφαρμογή του δικαιώματος της ελευθερίας είναι το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Που με τη σειρά του συμπληρώνεται απαραίτητα από το διακαιώματα της ασφάλειας, την «υψηλότερη κοινωνική έννοια της αστικής κοινωνίας, η έννοια της αστυνομίας». Στην πρωτότυπη και αιρετική για την εποχή της ανάλυση αυτή, ο Μαρξ καταλήγει σημειώνοντας ότι «κανένα από τα υποτιθέμενα δικαιώματα του ανθρώπου δεν ξεπερνά τον εγωιστή άνθρωπο […] διπλωμένο στον εαυτό του, με μοναδική απασχόληση την εξυπηρέτηση του προσωπικού του συμφέροντος και την ικανοποίηση των γούστων του».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 26-9-2010)