Η αντιδραστική φύση της μετανάστευσης

diavatirio-eurokinissi-660Οι στίχοι «κακούργα μετανάστευση, κακούργα ξενιτιά, μας πήρες απ’ τον τόπο μας, τα πιο καλά παιδιά» από το στόμα του Στέλιου Καζαντζίδη, τραγουδήθηκαν πολύ στην Ελλάδα των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Ο χρόνος όμως γυρνά και η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν τραγωδία, αφού εκτός από τα πιο καλά παιδιά, στις σύγχρονες «φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές» οδεύουν και τα πιο καλά μυαλά. Μια μορφωμένη γενιά νέων εργαζομένων που τρέχει να ξεφύγει από τη δαμόκλειο σπάθη της στατιστικά βέβαιης και κοινωνικά ανάλγητης ανεργίας, αλλά και που αναζητά το οξυγόνο της ελπίδας σε χώρες όπου με το μισθό από την εργασία του, μπορεί κανείς να ζήσει με αξιοπρέπεια.

Ξανά, η Εδέμ της εργασίας εντοπίζεται στη Γερμανία, τη χώρα όπου η ανεργία κυμαίνεται στο 6,9%, ένα μέγεθος που από μόνο του καθιστά θελκτική τη μετανάστευση. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της χώρας, τη χρονιά που πέρασε η ροή μεταναστών προς τη Γερμανία αυξήθηκε κατά 13%. Ειδικά για τους Έλληνες, η χώρα της Άνγκελα Μέρκελ και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έγινε προορισμός εγκατάστασης και εργασίας για 10.000 επιπλέον άτομα σε σχέση με το 2011, ένα ποσοστό αύξησης 43%! Ο χάρτης της ροής των μεταναστών προς τον ισχυρό της Ευρώπης αποκαλύπτει γλαφυρά την ουσία και το δράμα της οικονομικής κρίσης που πλήττει όλο τον Νότο: Αύξηση 45% σημειώθηκε στη μετανάστευση Ισπανών προς τη Γερμανία, ενώ τα αντίστοιχα στοιχεία για την Πορτογαλία ήταν αύξηση 43% και για την Ιταλία αύξηση 40%. Σε απόλυτους αριθμούς, οι περισσότεροι νέοι μετανάστες προέρχονται από την Πολωνία, ενώ σημαντική αύξηση παρατηρείται και στη μετανάστευση πολιτών των κρατών τα οποία εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 και το 2007 και κυρίως, από τη Σλοβενία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.

Αυξήθηκαν κατά 43% οι μετανάστες από την Ελλάδα προς τη Γερμανία, ενώ 300.000 Έλληνες είναι έτοιμοι προς μετανάστευση

Η μετανάστευση δεν είναι μια ανέμελη περιπλάνηση από πόλη σε πόλη, μια ανθρώπινη παρόρμηση προς το διαφορετικό και την περιπέτεια, όπως κάποια ρεύματα σκέψης και στην Αριστερά υποστηρίζουν. Δεν είναι ένα μεταφοιτητικό «Erasmus» αλλά μια αγωνιώδης και οδυνηρή απάντηση στο πιεστικό ζήτημα της επιβίωσης, της επαγγελματικής αξιοπρέπειας και της οικογενειακής προκοπής. Είναι περαιτέρω μια προσωπική στάση για την ατομική επιβίωση που ερείδεται στα αδιέξοδα μιας χώρας, αλλά τα επιτείνει κιόλας. Σύμφωνα με τον καθηγητή Οικονομικής Γεωγραφίας στο ΑΠΘ, Λόη Λαμπριανίδη, που εκπόνησε έρευνα για το 2010, ξεπερνούν τους 120.000 οι επιστήμονες και ειδικοί που έχουν εγκαταλείψει την Ελλάδα, ένα ποσοστό 10% του επιστημονικού δυναμικού της χώρας. Παράλληλα, τα βιογραφικά τους σημειώματα σε φορείς του εξωτερικού φέρεται σήμερα να έχουν στείλει 300.000 Έλληνες, έτοιμοι την επόμενη μέρα να πάρουν εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου «αιμορραγία» εργατικής δύναμης, με κύριο ωφελούμενο τη χώρα υποδοχής, που χωρίς να επενδύσει σε κρατικό ή οικογενειακό επίπεδο ούτε ένα ευρώ, ωφελείται από την εκμετάλλευση της εργασίας με πενιχρά ανταλλάγματα, πολύτιμα όμως σε περιόδους τέτοιας κρίσης.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 12-5-2013)

Ο φόβος φυλάει τα έρμα του Μνημονίου


O πολυκερματισμός του πολιτικού σκηνικού δεν σημαίνει απαραίτητα και την απουσία συγκλίσεων. Το αντίθετο, όπως οι αμοιβάδες που διαιρούνται έχουν ταυτόσημη βιολογική σύνθεση, έτσι και ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών κομμάτων συμπίπτουν στο θέμα της «ασφάλειας» και στις αντιμεταναστευτικές κραυγές. Μια βολική για την κυβέρνηση ατζέντα που απομακρύνει το δημόσιο διάλογο από το μέτωπο της οικονομίας και μετατοπίζει το ενδιαφέρον στον αδύναμο πλησίον, τον οποίο δαιμονοποιούν και στον οποίο αποδίδουν όλα τα δεινά. Είναι η περίφημη ακροδεξιά ατζέντα που σφραγίζει την προεκλογική περίοδο και διαπερνά τις τοποθετήσεις σε ένα φάσμα από τη Δημοκρατική Αριστερά του Φώτη Κουβέλη μέχρι βέβαια και το πολιτικό αρχέτυπο, τη Χρυσή Αυγή.
Συνέχεια

Η Αριστερά απέναντι στη μετανάστευση


«Είμαι άνθρωπος, τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο», έγραψε το 2ο αι. π.Χ. ο Τερέντιος, ο μεγαλύτερος Ρωμαίος κωμωδιογράφος. Οι αντιθέσεις και συγκρούσεις που αναπτύσσονται σήμερα στις κοινωνίες της Δύσης με τα σύγχρονα μεταναστευτικά ρεύματα οδηγούν στην αντιστροφή του ρητού: «Είμαι ξένος, τίποτε δεν μου είναι ανθρώπινο». Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι ο Τερέντιος υπήρξε δούλος που έγινε απελεύθερος. Σήμερα, σε αντίθεση με την αρχαιότητα, «δεύτερη ευκαιρία» για μια ανθρώπινη ζωή στους μετανάστες πολύ σπάνια δίνεται. Όσο μάλιστα επιτείνεται η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, τόσο βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι αντιθέσεις αυτές θα οξύνονται.

Η κρίση οξύνει τις αντιθέσεις

Το Συμβούλιο της Ευρώπης προχώρησε την προηγούμενη εβδομάδα στην εκτίμηση ότι τουλάχιστον μισό εκατομμύριο άνθρωποι επιθυμούν να εγκαταλείψουν την εμπόλεμη ζώνη της Λιβύης, να περάσουν στα γειτονικά κράτη και από εκεί να φτάσουν στην Ευρώπη. Την προηγούμενη Κυριακή δημιουργήθηκε σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας, καθώς οι γαλλικές αρχές σταμάτησαν ένα κομβόι μεταναστών προερχόμενο από την Ιταλία με όλα τα απαραίτητα έγγραφα στα σύνορα. «Μια επαίσχυντη συμπεριφορά από την πλευρά της Γαλλίας και μια κραυγαλέα παραβίαση της συμφωνίας του Σένγκεν», χαρακτήρισε το περιστατικό ο βρετανικός Ιντιπέντεντ, που έδωσε το δίκιο στην ιταλική κυβέρνηση, η οποία πλέον βρίσκεται κατάσταση πανικού εξαιτίας της άφιξης πάνω από 25.000 μεταναστών από τη Βόρεια Αφρική μόνο μέσα στους τελευταίους μήνες. Η Ιταλία πράττοντας το αυτονόητο, εξέδωσε χιλιάδες προσωρινές άδειες παραμονής, που επιτρέπουν στους κατόχους τους να ταξιδεύουν ελεύθερα εντός της Ευρώπης. Οπότε μετέτρεψε το πρόβλημά της σε πρόβλημα όλων. Σύμφωνα με έκθεση που υπέβαλλε Ολλανδή ευρωβουλευτής των σοσιαλιστών, πάνω από 23.000 άνθρωποι έφυγαν από την Τυνησία κι έφτασαν στο μικρό ιταλικό νησί Λαμπεντούζα, που έχει μόλις 5.000 κατοίκους!

Ανάλογος πανικός έχει καταλάβει και την ελληνική κυβέρνηση. «Πρέπει να πούμε στον κόσμο την αλήθεια. Η κατάσταση δεν θα είναι ποτέ πια όπως ήταν στο παρελθόν», είπε η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννα Νταλάρα, μιλώντας πριν λίγες ημέρες στο πλαίσιο συνεδρίου για θέματα Ασφάλειας και Άμυνας με θέμα την παράνομη μετανάστευση. Η υφυπουργός επιβεβαίωσε ότι ακρογωνιαίος λίθος της μεταναστευτικής πολιτικής είναι η αστυνόμευση και οι απελάσεις, ενώ επίκειται και νέο αυστηρότερο πλαίσιο. Με ανάλογο πνεύμα ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Χρήστος Παπουτσής, είπε ότι με την ενσωμάτωση του Λιμενικού Σώματος και της Ελληνικής Ακτοφυλακής στο υπουργείο του, συγκροτείται ένα ολοκληρωμένο σύστημα εσωτερικής ασφάλειας. Μόνο η Αριστερά, η δύναμη που πρέπει να εκφράσει ως συνείδηση αλλά και υλική δύναμη την εργαζόμενη πλειοψηφία όλης της Γης δεν διαθέτει «ολοκληρωμένο σύστημα» αντιμετώπισης του φαινομένου.

«Σεβασμό στο δικαίωμα της απεργίας» ζητούν 10.000 διαδηλωτές στο Παρίσι, σε απεργία των «χωρίς χαρτιά» τον Νοέμβριο του 2009. Πηγή: Photothèque rouge

Τι πρόσημο έχει η μετανάστευση; Ακόμη και εντός της Αριστεράς οι γνώμες ποικίλλουν σε μια ευρύτατη γκάμα αποχρώσεων: Από το χαρακτηρισμό του φαινομένου ως «ευλογία» μέχρι την υιοθέτηση ξενοφοβικών θέσεων και προτάσεων. Χαρακτηριστικότερη όμως είναι η τάση που παρακάμπτει μια ιδεολογική και φιλοσοφική τοποθέτηση απέναντι στο σύγχρονο αυτό κοινωνικό φαινόμενο, προκρίνοντας μια άμεση πολιτική της πράξης, με περισσότερο ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά. Άλλη πάλι θέση συνοψίζεται στο σύνθημα «σύνορα ανοιχτά για την εργατιά»: Μια αφελής θεώρηση που θέλει να απαντήσει στην κατασταλτική πολιτική των κρατών με την άλλη όψη του νομίσματος. Είναι όμως η επιτακτικότητα του ζητήματος τέτοια στην ημερήσια διάταξη τη πολιτικής επικαιρότητας, που η αοριστία πλέον δεν συγχωρείται.

Κι αυτό γιατί δεν βρισκόμαστε πλέον στη μετανάστευση της εποχής του Μαρξ ή του Λένιν. Τα μεταναστευτικά κύματα των δύο προηγούμενων αιώνων συνδεδεμένα με την αποικιοκρατία και το βιομηχανικό καπιταλισμό είχαν άλλη κλίμακα. Σήμερα εξελίσσεται ένα εκρηκτικό φαινόμενο, παράγωγο της σύγχρονης εποχής, συνδεδεμένο με την παγκοσμιοποίηση και την παγκόσμια οικονομική κρίση. Είμαστε μάρτυρες του μεγαλύτερου μεταναστευτικού ρεύματος στην ιστορία, με νέα χαρακτηριστικά. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι σύμφωνα με την έκθεση που εξέδωσε ο ΟΗΕ για τη νέα χιλιετία, 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι στην υφήλιο είναι υποχρεωμένοι να ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Και οι αβυσσαλέες ανισότητες δεν υφίστανται μόνο μεταξύ κρατών αλλά και εντός των ίδιων των ανεπτυγμένων χωρών: Εκεί που ζει και αναπτύσσεται σε μια σκοτεινή ζώνη του κοινωνικού λυκόφωτος ένας τέταρτος κόσμος της φτώχειας. Όλα αυτά αποτελούν την πρώτη ύλη για μια ποιοτικά νέα κατάσταση.

Αυτό που πολύ συχνά ξεχνιέται είναι η διπλή φύση της μετανάστευσης. Από τη μια μεριά το φαινόμενο αυτό οδηγεί στην ομογενοποίηση της παγκόσμιας εργατικής τάξης, μια τάση που είναι εν δυνάμει επαναστατική. Το αίτημα για προλεταριακό διεθνισμό υπάρχει στη φαρέτρα του μαρξισμού από τη ληξιαρχική πράξη γέννησής του, το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ και Ένγκελς, στην περίφημη φράση «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σήμερα βλέπουν αυτή την επαναστατική προτροπή να παίρνει υλική υπόσταση στις μεταναστευτικές ορδές που οργώνουν την υφήλιο και συνενώνονται στα αστικά κέντρα των ανεπτυγμένων χωρών. Ωστόσο, υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, που είναι ως γνωστόν και πάντα αθέατη στο γυμνό μάτι. Η δεύτερη φύση του φαινομένου προκύπτει από τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς σε μια χώρα, από τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που απλώνονται σε όλο τον πλανήτη και συντελούν τελικώς στον ευνουχισμό αυτού του «δυνάμει» χαρακτηριστικού. Ο νόμος του ανταγωνισμού που κυριαρχεί στον καπιταλισμό παρεμβαίνει και την ομογενοποίηση της εργατικής τάξης τη σπρώχνει προς τα κάτω, συμπιέζοντας τους μισθούς. Ο νεολογισμός «κινεζοποίηση» περιγράφει αυτό ακριβώς το φαινόμενο στην πιο ακραία του μορφή, τους μισθούς δηλαδή που εξασφαλίζουν απλώς την υλική επιβίωση. Για το λόγο αυτό, το φαινόμενο της μετανάστευσης στις μέρες μας δεν έχει τίποτα από την επαναστατική του δυναμική, παρά είναι στην ουσία του αντιδραστικό.

Τι γίνεται στις χώρες προέλευσης των μεταναστών; Η μαζική φυγή του εργατικού δυναμικού εκτονώνει την εκρηκτική συνήθως ανεργία και κατ’ αυτό τον τρόπο διευκολύνεται το έργο των κυβερνήσεων στην αντιμετώπιση των τάσεων για εξέγερση. Κατ’ αυτό τον τρόπο όμως αδυνατίζουν τα κινήματα που ζητούν κοινωνική αλλαγή ή μεταρρυθμίσεις. Ανάγεται σε μοντέλο ζωής και ενθαρρύνεται η ατομική λύση, ο μοναχικός δρόμος προς τη σωτηρία, μακριά από τα κοινά συμφέροντα που δένουν ένα λαό και μια εθνική εργατική τάξη.

Όμως και στις χώρες υποδοχής, κανείς δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια για τις συνέπειες του μεταναστευτικού φαινομένου. Η μαζική εισροή μεταναστών αξιοποιείται αντικειμενικά από το κεφάλαιο για να ρίξει την τιμή της εργατικής δύναμης. Υπό την ανοχή φυσικά των κρατικών αρχών (όπως η Επιθεώρηση Εργασίας, τα υπουργεία κ.λπ.) δημιουργείται μια παράλληλη «βάρδια» εργαζομένων, χωρίς πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, με εξευτελιστικούς μισθούς και μεροκάματα, που επιβιώνουν τελικώς λαθραία και στη «σκιά» της εργατικής νομοθεσίας, αλλά και οποιασδήποτε νομοθεσίας. Το γεγονός αυτό δεν είναι μονοσήμαντο. Από τη μία μεριά θέτει το επιτακτικό καθήκον στην Αριστερά να παλέψει για την άρση των ανισοτήτων αυτών, από την άλλη όμως συνιστά ένα γερό χτύπημα στην ντόπια εργατική τάξη για όσο διάστημα η κατάσταση αυτή συντηρείται. Πρώτον, διαιρεί σε κατηγορίες και διασπά την ενότητα των εργαζομένων, κάτι που φυσικά επιδιώκουν αντικειμενικά οι εργοδότες. Δεύτερον, οι μάζες των κακοαμοιβόμενων μεταναστών συγκροτούν έναν πολυάριθμο εφεδρικό «στρατό» που χτυπά τα κεκτημένα εργατικά δικαιώματα. Συνιστούν δηλαδή ένα εργαλείο κοινωνικού ντάμπινγκ.

Στη διαπίστωση ότι η μετανάστευση είναι στις μέρες μας πρωτίστως αντιδραστικό φαινόμενο, διατυπώνονται ορισμένες ενστάσεις. Πρώτη ένσταση: «Είναι πρωτίστως άνθρωποι σε ανάγκη που χρειάζονται την αλληλεγγύη μας». Κανείς φυσικά δεν θα διαφωνήσει με αυτό. Πρέπει να γίνει όμως ένας ουσιώδης διαχωρισμός: Ένα ζήτημα είναι το ίδιο το μεταναστευτικό φαινόμενο στη σύγχρονη εποχή και πώς κανείς το αντιμετωπίζει. Ένα άλλο ζήτημα αποτελεί η στάση απέναντι στους ανθρώπους που καλώς ή κακώς βρέθηκαν στον τόπο μας και ζητούν δουλειά και δικαιώματα. Μια συνεπής στάση μπορεί να συνοψισθεί στη φράση «κατά της μετανάστευσης αλλά υπέρ των μεταναστών», με την ίδια έννοια που η Αριστερά παλεύει κατά της ανεργίας αλλά υπέρ των ανέργων.

Δεύτερη ένσταση: «Η ιστορία του ανθρώπου από τα πρώτα βήματά του πάνω στη Γη είναι συνυφασμένη με τις μετακινήσεις και μεταναστεύσεις». Το γεγονός αυτό δεν συνιστά σε καμία περίπτωση συνηγορία υπέρ των μεταναστεύσεων. Πρώτον, επειδή από τη αυγή της ανθρωπότητας μέχρι τις μέρες μας ήταν η ανάγκη για επιβίωση που έσπρωχνε σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Δεύτερον, επειδή και άλλα φαινόμενα συνοδεύουν τον άνθρωπο για χιλιετίες, το γεγονός αυτό όμως δεν τα κατατάσσει σε όσα θέλει να κρατήσει ο κόσμος μας: Κορυφαίο παράδειγμα οι πόλεμοι, οι αιμοτοχυσίες και οι αλληλοσφαγές. Μήπως αυτά είναι προοδευτικά φαινόμενα;

Τρίτη ένσταση: «Αν τάσσεται κανείς με το αίτημα για κλειστά σύνορα, τότε υποστηρίζει τους αιματοβαμμένους φράκτες του Παπουτσή». Η θέση αυτή διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Οι φράκτες στον Έβρο και οι ένοπλες περιπολίες της Frontex και των ντόπιων συνοριοφυλάκων πρέπει διαμιάς να καταργηθούν. Όχι μόνο επειδή ευθύνονται για θανάτους ανθρώπων. Αλλά και επειδή η μετανάστευση είναι τέτοιο ορμητικό ποτάμι που η ροή της δεν σταματά με τέτοια αστυνομικού τύπου μέτρα. Όπως το νερό κυλά μέσα από τα δάχτυλα, έτσι και ένας φράχτης 2,5 χιλιομέτρων δεν αρκεί για μια γραμμή 200 χιλιομέτρων από χερσαία μόνο σύνορα. Ο στόχος άλλωστε της καταστολής αυτού του τύπου βρίσκεται εντός συνόρων: Στο να φύγει η προσοχή από τη δραματική κοινωνική πραγματικότητα που πλήττει την εργαζόμενη πλειοψηφία και να εστιαστεί στο αστυνομικό κυνήγι ενός αόρατου εχθρού που λειτουργεί επιπλέον ως αποδιοπομπαίος τράγος.

Συνεπώς, το μεταναστευτικό δεν είναι πρόβλημα ρατσισμού ή έλλειψης ανθρωπιάς. Έχει την καρδιά του στο ευρύτερο ζήτημα της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και εκεί βρίσκεται και η λύση του. Οι μετανάστες άλλωστε δεν έχουν ανάγκη από μια Αριστερά προστάτη των «μειονοτήτων» οι οποίες απλώς στερούνται κάποιων δικαιωμάτων και γίνονται στόχος ακραίων δεξιών και φασιστικών επιθέσεων. Όσο η συζήτηση του μεταναστευτικού εξαντλείται σε αυτό το επίπεδο, τόσο πετυχαίνει ένα ευφυές σχέδιο κοινωνικού αυτοματισμού, που θα μπορούσε να πάρει τον κωδικό τίτλο «Εξάρχεια εναντίον Αγίου Παντελεήμονα». Η αντιπαράθεση των «άκρων» όπως εξελίσσεται μέχρι σήμερα η πάλη για την υπεράσπιση των μεταναστών, αφήνει τον κατάλληλο χώρο για να επικρατήσει τελικώς μια «μέση» υποτίθεται νηφάλια κυβερνητική παρέμβαση, των ΜΑΤ, της τάξης και της αντεργατικής πολιτικής που αγγίζει όλους. Η αντιπαράθεση με την ακροδεξιά είναι μέρος του γενικότερου δημοκρατικού ζητήματος. Την πάλη δηλαδή για να αποκαλυφθεί και να εξουδετερωθεί το παρακράτος των τραμπούκων και των παρακολουθήσεων, ο παρακρατικός εκτελεστικός βραχίωνας τύπου Χρυσής Αυγής, αλλά και το μιντιακό υπερκράτος των επιχειρηματιών που συντονίζει τις επιθέσεις όλων των παραπάνω.

Ο Νέγκρι και οι «μετακινήσεις του πλήθους»
ΑΤΑΞΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΑΣΚΟΥΝ ΓΟΗΤΕΙΑ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Οι Τόνι Νέγκρι και Μάικλ Χαρντ γράφουν στο πολύ γνωστό έργο τους Αυτοκρατορία: «Μέσω της κυκλοφορίας, το πλήθος επανιδιοποιείται το χώρο και αυτοσυγκροτείται ως ενεργό υποκείμενο. Οι κινήσεις αυτές συχνά συνεπάγονται ως αντίτιμο φρικτές δοκιμασίες, ταυτόχρονα όμως ενέχουν μια επιθυμία απελευθέρωσης οποία δεν κατασιγάζεται παρά μόνον επανιδιοποιούμενη νέους χώρους». Μιλούν για τα μεταναστευτικά κύματα. Και συνεχίζουν: «Το πλήθος αποκτά τη δύναμη να βεβαιώσει την αυτονομία του ταξιδεύοντας και εκφραζόμενο μέσω ενός μηχανισμού εκτεταμένης, εγκάρσιας εδαφικής επανιδιοποίησης». Οι λέξεις-κλειδιά στο παραπάνω απόσπασμα αλλά και σε όλο το έργο του Νέγκρι είναι «κυκλοφορία», «κίνηση», «ταξιδεύω». Ο όρος «μετακίνηση του πλήθους» αντικαθιστά τον όρο «μετανάστευση» σε ολόκληρο το βιβλίο των 600 σελίδων. Γι’ αυτό άλλωστε και το αίτημα που διατυπώνουν οι συγγραφείς είναι «απεριόριστες διαδρομές» και «παγκόσμια υπηκοότητα».

Είναι αυτή η ιδεολογική και θεωρητική βάση για τις σύγχρονες απόψεις που αποδίδουν στη μετανάστευση μια απελευθερωτική δήθεν διάσταση και αρνούνται την αντιδραστική της φύση. Οι θέσεις αυτές παραβλέπουν με χαρακτηριστική αφέλεια το γεγονός ότι ελατήριο όλων των μεταναστεύσεων της ιστορίας υπήρξε η ανάγκη, η έλλειψη πόρων για επιβίωση, ο πόλεμος και οι φυσικές καταστροφές. Με ένα μοντέλο που μοιάζει να προέκυψε με βάση τις σύγχρονες μετακινήσεις των φοιτητών και των ακαδημαϊκών από χώρα σε χώρα της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής, ερμηνεύεται μια από τις πιο δραματικές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόκειται βέβαια για αταξικές αναλύσεις, που στη θέση των κοινωνικών τάξεων ως δημιουργών της ιστορίας τοποθετούν ένα ανώνυμο και ομογενοποιημένο «πλήθος».

Παρόλ’ αυτά, οι θέσεις αυτές ασκούν μεγάλη γοητεία σήμερα στην ελληνική Αριστερά. Σε πρόσφατη εκδήλωση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ για το μεταναστευτικό, ο Αλέξης Τσίπρας μετά από σχετική ερώτηση του Πριν, δήλωσε υπέρ του Νέγκρι και εξήγησε: «Η ανθρωπότητα εξαρχής στηρίχθηκε στις μετακινήσεις. Δεν μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι η βάση της ιστορίας είναι αντιδραστική». Όμως και αλλού επιβιώνουν λαθραία οι απόψεις του Νέγκρι: Όταν ακούγεται το σύνθημα «σύνορα ανοιχτά για την εργατιά». Όταν από το δράμα τη μετανάστευσης και της προσφυγιάς τονίζεται ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της παρουσίας τους, σαν η παρουσία τους να οφείλεται σε διάθεση για γιορτή. Αλλά και κάθε φορά που υποχωρεί η ταξική οπτική στο φαινόμενο, για χάρη της ανθρωπιστικής προσέγγισης.

Κατάργηση του συστήματος που γεννά μετανάστες
ΚΑΝΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΤΙΑ

Το πρωταρχικό διεθνιστικό καθήκον είναι να χτυπηθούν και να εκλείψουν οι αιτίες που οδηγούν στη μετανάστευση. Να ανατραπεί δηλαδή το σύστημα που γεννά φτώχεια και εξαθλίωση σε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πλανήτη και σπρώχνει τις απελπισμένες μάζες σε αναζήτηση ενός αμφίβολου μέλλοντος. Πιο άμεσο αίτημα είναι να σταματήσουν οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που σπέρνουν τον τρόμο, το θάνατο και δημιουργούν αντικειμενικά τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα. Με αυτή την έννοια, ένα άμεσο και διεθνιστικό ζήτημα πάλης είναι να σταματήσει η εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό μηχανισμό που διεξάγει και σήμερα πολέμους και να επιστρέψουν τα στρατεύματα από τη Λιβύη, το Αφγανιστάν και τις άλλες εστίες πολέμου.

Τι γίνεται όμως με όσους μετανάστες έχουν διαβεί το Ρουβίκωνα και βρίσκονται ήδη στη χώρα μας; Φυσικά προέχει να αρθεί η πολυπλόκαμη εκμετάλλευσή τους. Εκμετάλλευση από το κράτος που τους θέλει ημιπαράνομους για να μην έχουν πολιτικά δικαιώματα. Εκμετάλλευση από τους εργοδότες για να τους πληρώνουν μαύρα. Εκμετάλλευση από τους δουλέμπορους για να θησαυρίζουν σε βάρος τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι μη κοινοτικοί μετανάστες στη χώρα μας είναι 800.000. Η πλειοψηφία τους ζει και εργάζεται για χρόνια στη χώρα. Πάνω από τους μισούς, 400.000 άτομα, είναι αυτοί που δεν έχουν χαρτιά. Άλλο στοιχείο λέει ότι 150.000 μετανάστες από το 2008 έχουν χάσει το δικαίωμα για άδεια παραμονής λόγω κρίσης. Ο λόγος; Ότι η άδεια παραμονής συνδέεται με τα ένσημα που παρουσιάζουν. Αν είναι κάτω από έναν αριθμό, στερούνται την άδεια.

Πρώτο μέτρο λοιπόν είναι η νομιμοποίηση όλων χωρίς όρους. Κανείς μετανάστης χωρίς χαρτιά, κανένας εργαζόμενος χωρίς ασφάλιση. Το συγκεκριμένο μέτρο είναι αυτό που μπορεί να ανακουφίσει την κατάσταση: Να χτυπήσει τη μαύρη εργασία και το κοινωνικό ντάμπινγκ, ενώ είναι προϋπόθεση για να υπάρχουν ίσα μεροκάματα και ίσα δικαιώματα. Χτυπάει επιπλέον το δουλεμπόριο και αίρει τους διαχωρισμούς με την ντόπια εργατική τάξη. Δεύτερο μέτρο είναι η κατάργηση της κατάπτυστης συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ». Σε αυτό το σημείο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει πολύ βαριές ευθύνες. Το 2003 ο Κώστας Σημίτης ως πρωθυπουργός και ο Γιώργος Παπανδρέου ως υπουργός Εξωτερικών υπέγραψαν να γίνει η χώρα μας αποθήκη ανθρώπων. Χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες που έχουν άλλο προορισμό παραμένουν εγκλωβισμένοι λόγω της συνθήκης «επαναπροώθησης στη χώρα εισόδου». Όπως έδειξε το παράδειγμα της Ιταλίας, η πίεση από τις μεταναστευτικές ροές μπορεί να μετριαστεί σε σημαντικό βαθμό αν εφοδιαστούν οι άνθρωποι με ταξιδιωτικά ντοκουμέντα και αφεθούν να προχωρήσουν στον πραγματικό τους προορισμό. Τρίτο μέτρο είναι η οργάνωση των μεταναστών στα συνδικάτα και σε όλα τα μαζικά όργανα πάλης, για να αρθούν οι τεχνητοί διαχωρισμοί στο σώμα της εργατικής τάξης. Από αυτή την άποψη είναι σημαντικό λάθος να ιδρύονται συνδικάτα με βάση την εθνικότητα, που συντηρούν και αναπαράγουν τις διαιρέσεις. Τέταρτο μέτρο είναι η αξιοπρεπής μεταχείριση των αιτούντων άσυλο και όλων των προσφύγων. Είναι τραγικό το γεγονός ότι ο λόγος που σήμερα κερδίζει έδαφος το αίτημα για να αλλαγή της συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» είναι η απερίγραπτη κατάσταση στα κέντρα υποδοχής, ειδικά της χώρας μας.

Για όλα τα παραπάνω είναι φυσικά αναγκαία μια βαθύτερη μαρξιστική ανάλυση, κάτι που υπερβαίνει αυτό το κείμενο.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 23-4-2011)

Σχόλια – κριτικές:
Indymedia
Gatouleas
Πρωτοβουλία για την Αντισυστημική Αριστερά
Αριστερό Βήμα
Fadomduck
Δημήτρης Αργυρός
Αφορμή

Ελλάδα, αποθήκη ψυχών με το Δουβλίνο ΙΙ

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδικάζει τη Συνθήκη που εγκλωβίζει στη χώρα μας μετανάστες

Περίεργες συμπτώσεις κάνει η ιστορία. Το Δουβλίνο γύρω στο 1000 μ.Χ. αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα σκλαβοπάζαρα του τότε γνωστού κόσμου, υπό το άγρυπνο βλέμμα των Βίκινγκς. Μία χιλιετία αργότερα, έμελλε να γίνει η πόλη που θα σφραγίσει τη μοίρα των σύγχρονων «σκλάβων», των μεταναστών από τις σπαρασσόμενες χώρες του πλανήτη.

Η συμφωνία που υπογράφτηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2003 από τους ηγέτες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η κυβέρνηση Σημίτη, με υπουργό Εξωτερικών το σημερινό πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου και υπουργό Δημόσιας Τάξης τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, και έμεινε γνωστή ως «Δουβλίνο ΙΙ» προβλέπει την επαναπροώθηση των μεταναστών που αιτούνται άσυλο, στη χώρα από την οποία εισήλθαν στη Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρακτικά, αυτό υποδείκνυε την Ελλάδα ως την κατ’ εξοχήν χώρα επαναπροώθησης. Η σύγχρονη βαρβαρότητα ως προς τις συνθήκες μεταχείρισης των προσφύγων και των μεταναστών έχει λοιπόν πολιτική γενέτειρα το Δουβλίνο και φυσικό αυτουργό την Ελλάδα.

Κώστας Σημίτης και Γιώργος Παπανδρέου υπέγραψαν την κατάπτυστη συνθήκη (φωτογραφία από το Φεβρουάριο 2003, Έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, υπό την προεδρία της Ελλάδας)

Συνέπεια της συμφωνίας αυτής είναι κρατούνται «όμηροι» στη χώρα μας χιλιάδες άνθρωποι, που δεν έχουν προορισμό την Ελλάδα όμως παραμένουν εδώ εγκλωβισμένοι. Η υπογραφή της ελληνικής κυβέρνησης στο «Δουβλίνο ΙΙ» αφαίρεσε τη δυνατότητα να επιτρέψει η χώρα μας τη μετάβαση των ανθρώπων αυτών στους πραγματικούς τους προορισμούς.
Ξεπέρασε όμως τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας η πολιτική απόφαση των ευρωπαίων ηγετών να απωθήσουν το πρόβλημα της μετανάστευσης στα «σύνορα» της ΕΕ, μακριά από τις πλούσιες χώρες του Βορρά. Μια αντιδραστική νομοθεσία ήρθε να εφαρμοστεί σ’ ένα βάρβαρο κράτος και το αποτέλεσμα πλέον δεν μπορεί να κρυφτεί, όπως η σκόνη κάτω από το χαλί. Στις 21 Ιανουαρίου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε τη χώρα μας και το Βέλγιο, ύστερα από προσφυγή που έκανε Αφγανός πολίτης. Η χώρα μας καταδικάστηκε για τις συνθήκες υποδοχής και κράτησης, που δεν πληρούσαν τις ελάχιστες προϋποθέσεις αξιοπρεπούς μεταχείρισης. Το δε Βέλγιο καταδικάστηκε επειδή οι συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα ήταν από καιρό γνωστές και παρόλ’ αυτά, οι αρχές της χώρας προχώρησαν στην επαναπροώθηση του Αφγανού, βάσει του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ». Με άλλα λόγια, το συγκεκριμένο δικαστήριο έβγαλε «παράνομη» τη συμφωνία!

Και δεν ήταν μόνο αυτή η απόφαση. Τον Σεπτέμβριο του 2010 η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες χαρακτήρισε την κατάσταση όσων αιτούνται άσυλο στην Ελλάδα «ανθρωπιστική κρίση» και έκανε έκκληση στην ΕΕ να «παγώσει» το «Δουβλίο ΙΙ» μέχρι να συμμορφωθεί η χώρα μας με τις υποχρεώσεις της. Και η οργάνωση Human Rights Watch για το ίδιο θέμα αποφάνθηκε ότι «η Ελλάδα είναι σοβαρά υπερφορτωμένη κατά άδικο τρόπο». Άλλωστε, την απόφαση αυτή, να αναστείλει δηλαδή τις επιστροφές των προσφύγων στην Ελλάδα, πήρε τον ίδιο μήνα η Μεγάλη Βρετανία. Υπέρ της αναθεώρησης της συνθήκης αυτής έχει ταχθεί με το προεκλογικό του πρόγραμμα και ο σημερινός Δήμαρχος Αθηναίων, Γιώργος Καμίνης. «Κάνει την Ελλάδα ένα αποθετήριο της παράνομης μετανάστευσης», είπε τον Οκτώβριο του 2010. Κι όμως, η κυβέρνηση προτιμά να ορθώνει τείχη, παρά να αποσύρει αυτή την επαίσχυντη υπογραφή.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 13-2-2011)