Αλίντα Δημητρίου: Ιστορία είναι ο ανθρώπινος πόνος

Το νέο ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου, Κορίτσια της βροχής, το οποίο το οποίο θα παίζεται από την Πέμπτη 12 ως τις 19 Ιανουαρίου 2012 στις 8 μ.μ. στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48, Κεραμεικός) δίνει το λόγο στις κρατούμενες της δικτατορίας, που μαρτύρησαν στα κολαστήρια της οδού Μπουμπουλίνας. Η σκηνοθέτης, όπως τονίζει, προσβλέπει στη διάδοση της ταινίας μέσω του «παράλληλου δικτύου» από άτομα και συλλογικότητες που θα αντιγράφουν το δισκάκι σαν όπλο για αντίσταση.

Είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία με μαρτυρίες γυναικών. Γιατί αυτή η επιμονή στη θηλυκή πλευρά της ιστορίας;

Η ταινία κλείνει την τριλογία των γυναικών στους πολιτικούς αγώνες κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Αν τυχόν ξεφυλλίσεις ιστορικά βιβλία, θα δεις τη γυναίκα να απουσιάζει. Ειδικά στις γιορτές του Πολυτεχνείου, αν μιλήσουμε για την περίοδο που περιγράφεται στο ντοκιμαντέρ, εκείνοι που δίνουν συνεντεύξεις συνεχώς είναι οι άνδρες. Η παρουσία της γυναίκας είναι σχεδόν μηδενική. Είναι βέβαια λιγότερες, αλλά δεν παύει η παρουσία τους να είναι έντονη και ισάξια με του άντρα. Τις μεταχειρίστηκαν ακριβώς όπως μεταχειρίστηκαν τους άντρες. Δεν έκαναν καμία διάκριση. Πέρασαν δραματικές στιγμές. Μία από αυτές έχασε το παιδί της και τη δυνατότητα να κάνει παιδιά.

Συνέχεια

Advertisements

Σαρώνει μύθους και τηλεθέαση το Debtocracy


Πέντε δυσκολίες αναφέρει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ότι συναντά κανείς για να πει και να γράψει την αλήθεια: Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια, παρόλο που παντού την καταπνίγουν. Την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού. Την τέχνη να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο. Την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη. Και τέλος, την πονηριά να τη διαδώσει ανάμεσά τους. Με αυτές τις δυσκολίες έπρεπε να αναμετρηθεί μία προς μία το Debtocracy ή αλλιώς Χρεοκρατία, το πρώτο ντοκιμαντέρ για την ελληνική και την παγκόσμια κρίση, που επέλεξε τη σκοπιά των εργαζομένων για να πει την αλήθεια. Και τα κατάφερε πέρα από κάθε προσδοκία.

Μόνο στο διαδίκτυο, μέχρι στιγμής είναι 600.000 οι προβολές της ταινίας. Στις 5 πρώτες μέρες της δημοσιοποίησής της, την είδε μισό εκατομμύριο! Οι ρυθμοί αναπαραγωγής της από μπλογκ και ιστοσελίδες άγγιξαν το «κόκκινο». Ήδη βέβαια το ντοκιμαντέρ έχει αφήσει το «μικρόκοσμο» του διαδικτύου και ξεκίνησε την πορεία του στην τηλεόραση και στις αίθουσες δημόσιων προβολών, ενώ σύντομα θα φιλοξενηθεί και σε κινηματογράφους. Ο κύκλος ενασχόλησης, που περιλαμβάνει φυσικά αρκετούς επαίνους αλά και λίβελους, έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό, περιλαμβάνοντας διαδικτυακές συζητήσεις και σχολιασμούς σε πηγαδάκια, που σύμφωνα με τον Μιχάλη Ιγνατίου όπως μετέδωσε σε πρωινή εκπομπή του Μέγκα, έφτασαν μέχρι την Ουάσινγκτον και τα στελέχη του ΔΝΤ!

Δημοσιογραφική οικονομία λόγου και επιστημονική τεκμηρίωση, αποδεικνύουν ότι οι επιλογές που επέβαλλε η κυβέρνηση δεν ήταν μονόδρομος

Το μεγάλο όπλο που εξασφάλισε την πρωτοφανή αυτή διεισδυτικότητα σε ένα τόσο πλατύ κοινό είναι βέβαια το περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ, του οποίου το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφουν οι Άρης Χατζηστεφάνου και Κατερίνα Κιτίδη, ενώ την επιστημονική επιμέλεια έχει ο Λεωνίδας Βατικιώτης. Όταν ο επικεφαλής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, μιλώντας από το βήμα της Βουλής, παρομοίασε το ρόλο του με αυτόν ενός γιατρού, αυτόματα δημιουργήθηκε στη σκέψη εκατομμυρίων τηλεθεατών και ακροατών η σύνδεση με τις περίφημες παρομοιώσεις του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Κι όμως, κανένα μέσο ενημέρωσης και κανένα τοκ σόου δεν ανέφερε ότι η φρασεολογία του ΔΝΤ μας θυμίζει χούντα. Το Debtocracy όμως ξεκινά με αυτά τα λόγια. Είναι ένα ντοκιμαντέρ που δίνει φωνή και αιτιολόγηση στα γεγονότα και τις απόψεις που μέχρι στιγμής έμειναν στο περιθώριο των μέσων ενημέρωσης, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Ένα ντοκιμαντέρ που με τη δημοσιογραφική οικονομία λόγου και την επιστημονική τεκμηρίωση, αποδεικνύει ότι οι επιλογές που επέβαλλε η κυβέρνηση από τον Μάιο του 2010 δεν ήταν μονόδρομος.

«Η κυβέρνησή μας, μας αποκαλούσε κοπρίτες και οι δανειστές μας γουρούνια», είναι η αφοπλιστική ειλικρίνεια του ντοκιμαντέρ που το έκανε εν ριπή οφθαλμού τόσο δημοφιλές. «Οι κυβερνώντες έκαναν στάση πληρωμών στους πολίτες, επιχειρώντας να σώσουν τους δανειστές τους», υπογραμμίζεται χωρίς τα γνωστά δημοσιογραφικά στρογγυλέματα. Περαιτέρω, η Χρεοκρατία αποκαλύπτει σε έκταση το παράδειγμα του Ισημερινού για να επισημάνει το πόσο η πολιτική βούληση παίζει ρόλο στην τελική έκβαση των «μαχών» που δίνει μια χώρα με τους πιστωτές της. Επιστήμονες που διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στο λογιστικό έλεγχο και τη μονομερή διαγραφή του χρέους της λατινοαμερικανικής χώρας, εξηγούν στην κάμερα πότε ένα χρέος είναι παράνομο, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Πέρα από την ενθουσιώδη υποδοχή, από την πρώτη στιγμή εκδηλώθηκε και η πολεμική. Ασφαλώς δεν είναι άσχετη του περιεχομένου του ντοκιμαντέρ, η απόλυση από το Σκάι του Άρη Χατζηστεφάνου, λίγες μέρες αφότου έγινε γνωστό το περιεχόμενο του Debtocracy. Την Τετάρτη έγραψε ο Γιάννης Πρετεντέρης στα Νέα, μιλώντας για τους δημοσιογράφους και την κρίση του Τύπου: «Μια ετερόκλητη αλλά απολύτως διακριτή συμμαχία ακραίων κομματικών χώρων, περιθωριακών ακτιβιστών και επιτηδείων, θεώρησε ότι η κρίση μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία». Το σχέδιο των ακραίων αυτών στοιχείων είναι κατά τον Γ. Πρετεντέρη «να τρωθεί η αξιοπιστία και η επιρροή των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης από αναπόδεικτες διαβολές για «καθεστωτική δημοσιογραφία», «εξυπηρέτηση συμφερόντων» και άλλες συναφείς ηλιθιότητες». Μιλά μάλλον για τις «ηλιθιότητες» που περίμεναν εκατοντάδες χιλιάδες, ώστε να πληροφορηθούν για το τι πραγματικά συμβαίνει στην οικονομία της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου. Υπό αυτό το πρίσμα, εύκολα ερμηνεύεται και ο λόγος που απέκλεισαν τους συντελεστές του Debtocracy με άνωθεν εντολή από εκπομπή σε κρατικό μέσο…

Δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι η θεωρία της ταξικής ανάλυσης της οικονομίας και η αταλάντευτη στάση υπέρ της εργαζόμενης πλειοψηφίας που κάνει το ντοκιμαντέρ της Χρεοκρατίας ανεπιθύμητο από ορισμένους κύκλους. Συγκεκριμένα: Η αναφορά του Debtocracy στους εξοπλισμούς και την τακτική της Γερμανίας να επιβάλλει την αγορά όπλων στη χώρα μας, παρά την κρίση χρέους. Ο χαρακτηρισμός της Ολυμπιάδας ως «εγκληματικής απόφασης» και το ξεμπρόστιασμα του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης, Γιώργου Βουλγαράκη, που κόμπαζε σε αμερικανικό κανάλι ότι «το λογαριασμό των Ολυμπιακών θα τον μάθουμε μετά τη λήξη τους». Αλλά και η υπόδειξη των σχέσεων διαφθοράς με τη Ζίμενς και την Γκόλντμαν Σαξ ως συνυπεύθυνες για το χρέος.

Το ντοκιμαντέρ δεν συνιστά φυσικά πολιτική πλατφόρμα της Αριστεράς. Καταδεικνύει με παραστατικό τρόπο και ακλόνητα επιχειρήματα τις ευθύνες για τη δημιουργία του χρέους, τις πολιτικές συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ στοιχειοθετεί και μια πρόταση προς τη διέξοδο: Τη δημιουργία της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους. Όπως τονίζεται βέβαια, «η ΕΛΕ είναι ένα πολύτιμο όπλο σε μια μεγαλύτερη μάχη που θα διεξαχθεί με τους παραδοσιακούς τρόπους που δίνονται αυτές οι μάχες εδώ και αιώνες». Εξάλλου, γύρω από το ντοκιμαντέρ έχει συνταχθεί ένα κείμενο ερωτήσεων και απαντήσεων και ένα παράλληλο φόρουμ ανταλλαγής απόψεων, που βρίσκεται στην ιστοσελίδα www.debtocracy.gr.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 17-4-2011)

«1821»: Πώς Σκά(ε)ι μια Επανάσταση…

Από το ντοκιμαντέρ λείπουν εντελώς τα επεισόδια εκείνα κατά τη διάρκεια της επανάστασης που δείχνουν τις κοινωνικές και ταξικές συγκρούσεις της εποχής

Εκατόν ενενήντα χρόνια συμπληρώνονται από τον Μάρτιο του 1821, όταν ξεκίνησε η μεγάλη εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση που έμελλε να αποτινάξει την οθωμανική κυριαρχία και να θέσει τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους. Από τότε μέχρι σήμερα, από τα απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών της εποχής μέχρι τους σύγχρονους επιστήμονες της ιστορίας, δεν έχει σταματήσει μια διαπάλη ιδεών για την ερμηνεία της Επανάστασης, την ανίχνευση των κινήτρων της, τη διερεύνηση των κοινωνικών δυνάμεων που την έφεραν σε πέρας αλλά και των αποτελεσμάτων της.

Η τηλεοπτική παραγωγή του Σκάι με τίτλο «1821, η γέννηση ενός έθνους κράτους», που συνοδεύτηκε από την έκδοση πέντε τόμων, επανέφερε στη δημόσια συζήτηση μια εναλλακτική θεώρηση των συνταρακτικών εκείνων γεγονότων, σε σχέση με την «εθνική» και εθνοκεντρική ιστοριογραφία που έχει τις ρίζες της στους πρώτους ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας, οι οποίοι υπήρξαν και αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων. Η εναλλακτική αυτή οπτική του ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στον τηλεοπτικό Σκάι, που καταγράφηκε στα πέντε βιβλία της σειράς και που συζητήθηκε από τους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σχολιαστές του σταθμού, έφερε εκ νέου στην επιφάνεια την αντίθεση μεταμοντέρνου και εθνικού. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέδρασαν και μόνο στο άκουσμα του τίτλου, δηλώνοντας αηδιασμένοι από την «αντεθνική προπαγάνδα», η οποία τολμά να μιλά για γέννηση του έθνους τόσο αργά. Επώνυμα σχόλια στην ιστοσελίδα της σειράς αναφέρουν για παράδειγμα πως «χρειάζεται μεγαλύτερη ευσυνειδησία όταν αναφερόμαστε στα ιερά και στα όσια της πατρίδας μας» ή ότι «το να «στρογγυλεύουμε αιχμηρές γωνίες» δεν αποτελεί επιστημονική προσέγγιση της Ιστορίας, αλλά ένδειξη δουλικότητας και ραγιαδισμού προς τον γείτονα», για να αναφέρουμε τις πιο μετριοπαθείς φωνές.

Φαίνεται ότι ξεκίνησε τρίτος γύρος αντιπαράθεσης, μετά το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού που επιμελήθηκε η Μαρία Ρεπούση (το οποίο αποσύρθηκε) και μετά το βιβλίο Τι ’ναι η πατρίδα μας της υφυπουργού Παιδείας Θάλειας Δραγώνα (η οποία τελικώς παραιτήθηκε). Παγιώνεται έτσι ένα ψευδές δίπολο: Από τη μία πλευρά μια εθνοκεντρική τάση στην ιστορία, που ερμηνεύει τα γεγονότα στη βάση της αδιάσπαστης συνέχειας του έθνους, αναπαράγοντας μύθους και στρεβλώσεις, και από την άλλη μεριά ένα νέο και «αιρετικό» ρεύμα, το οποίο αποκαλύπτει τους μύθους και διατυπώνει μια εναλλακτική εκδοχή. Οι αντιτιθέμενες παρατάξεις όμως στην πραγματικότητα βρίσκονται στην ίδια πλευρά. Η μία αποτελεί το κατοπτρικό είδωλο της άλλης, καθώς τόσο η εθνοκεντρική όσο και η μεταμοντέρνα άποψη έχει σαν βάση της μια αταξική θεώρηση της ίδιας της κοινωνίας και των γεγονότων της ιστορίας.

Αντίθετα με τον Κολοκοτρώνη, που παρουσιάζεται ως φιλάργυρος τοπικιστής, το ντοκιμαντέρ του Σκάι επιφυλάσσει πολύ ευνοϊκή μεταχείριση στον Καποδίστρια που κατάργησε το Σύνταγμα του 1827

Η ιστορία της Επανάστασης του 1821 μένει ημιτελής και μετέωρη, σαν τα σχεδιάσματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού, αν δεν απαντηθεί η ερώτηση γιατί: Γιατί ξέσπασε τότε και όχι νωρίτερα ή αργότερα, γιατί είχε τους συγκεκριμένους εμπνευστές, γιατί γεννήθηκε εξαρχής η ιδέα του Σηκωμού. Η σειρά του Σκάι, 1821, δεν δίνει έμφαση σε αυτά τα ερωτήματα. Στο 2ο επεισόδιο της σειράς δίνεται μια απάντηση: «Η δύναμη των ιδεών συνέβαλλε περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα στη δημιουργία μιας νέας εθνικής οντότητας». Λίγο αργότερα ο καθηγητής Θάνος Βερέμης, επιστημονικός σύμβουλος της παραγωγής, εξηγεί στην κάμερα: «Η νέα τάξη των εμπόρων είναι μικρή σε αριθμό, έχει καταλάβει όμως ότι ο αγώνας για ανεξαρτησία είναι αγώνας ιδεών». Οι ιδέες άραγε αρκούν για να γεννήσουν το όραμα μιας επανάστασης και να σπρώξουν τόσες χιλιάδες ανθρώπους στα πεδία των μαχών και στο θάνατο; Ως προς το υπόβαθρο της Επανάστασης, η σειρά του Σκάι καταδεικνύει μόνο τη φτώχεια και τη σχετική εξαθλίωση του αγροτικού πληθυσμού κατά τα χρόνια της ύστερης τουρκοκρατίας. Φυσικά και αυτοί οι παράγοντες είναι πολύ ουσιαστικοί, όμως και πάλι, λείπει η γενεσιουργός αιτία.

Αυτή δεν άλλη από την «ενηλικίωση» της μέσης κοινωνικής τάξης, που στις αρχές του 19ου αιώνα βρίσκεται στο μεταίχμιο να μεταφράσει την οικονομική της ισχύ σε πολιτική. Ο Νίκος Σβορώνος στην Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας εξηγεί ότι «η αμεσότερη συνέπεια της οικονομικής ανόδου των Ελλήνων στο 18ο αιώνα υπήρξε ο σχηματισμός κάποιας αστικής τάξης». Όπως αναλύει ο Λεωνίδας Στρίγκος στο βιβλίο Η επανάσταση του Εικοσιένα (πρακτικά συνεδρίου, Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών), «στο εξωτερικό οι έμποροι των παροικιών άρχισαν να εκτοπίζονται από το ντόπιο κεφάλαιο, ρωσικό, γαλλικό, αγγλικό κ.λπ. Εκτοπίζονταν και ήθελαν να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους. Επενδύσεις γίνονται όταν υπάρχει αγορά. Επαρκής αγορά δεν υπήρχε. Ο Αλή Πασάς άρπαζε τις ιδιοκτησίες, έπνιγε τις βιοτεχνίες. Δηλαδή πνίγονταν τα φύτρα του καπιταλισμού που αναπτύσσονταν». Για το λόγο αυτό λοιπόν η συγκεκριμένη τάξη έθεσε ως στόχο των επιδιώξεών της τη δημιουργία ενός φιλελεύθερου κράτους. Όπως το θέτει ο Καρλ Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου: «Το εμπόριο επιδρά παντού περισσότερο ή λιγότερο διαλυτικά στις υπάρχουσες οργανώσεις της παραγωγής». Φυσικά, η ελληνική αστική τάξη έχει ακόμη πολύ χαμηλό επίπεδο οργάνωσης και συνείδησης, κάτι που άλλωστε αντανακλάται και στο γεγονός ότι παρά την ηγεμονική της θέση στις παραμονές της Επανάστασης, την χάνει αργότερα.

Βέβαια, στο ντοκιμαντέρ του Σκάι η μόνη αναφορά στους αστούς ως τάξη γίνεται στο 2ο επεισόδιο, μιλώντας μάλιστα για τη Γαλλία. Όπως ξεκαθαρίζουν άλλωστε οι Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος, στον β’ τόμο της έντυπης σειράς («Η συγκρότηση εξουσίας στην επαναστατημένη Ελλάδα») είναι «λάθος η προβολή των εμπόρων ως διακριτής κοινωνικής ομάδας και μοχλού της εθνικής κίνησης των Ελλήνων». Η διαίρεση του ελληνικού στρατοπέδου, η οποία όπως είναι γνωστό, οδήγησε και σε δύο εμφύλιες συρράξεις κατά τη διάρκεια της επανάστασης, ερμηνεύεται με διαφορετικά κριτήρια. Στο 4ο επεισόδιο, όπου περιγράφεται η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, υιοθετείται το σχήμα αντίθεσης μεταξύ του κόμματος των πολιτικών (Φαναριώτες και προεστοί) και του κόμματος των στρατιωτικών (οπλαρχηγοί). Μια άλλη ματιά, περισσότερο διεισδυτική, αυτή του Γιώργου Δεληγιάννη (στο Η επανάσταση του Εικοσιένα) αναλύει την ταξική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης και αποκαλύπτει ότι από τους 55 αντιπροσώπους, οι 20 ήταν γαιοκτήμονες, οι 13 πλοιοκτήτες, οι 12 διανοούμενοι, οι 4 στρατιωτικοί αρχηγοί, οι 3 αρχιερείς και οι 3 μεγαλέμποροι. Το γεγονός αυτό και μόνο, αν δεν αποδεικνύει την εσωτερική κοινωνική διαπάλη που σοβούσε, σίγουρα πάντως δείχνει ότι δεν είχαν οι φτωχοί αγρότες, δηλαδή η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, πρόσβαση στις αποφάσεις.

Από το ντοκιμαντέρ λείπουν εντελώς τα επεισόδια εκείνα κατά τη διάρκεια της επανάστασης που δείχνουν τις κοινωνικές και ταξικές συγκρούσεις της εποχής. Στο 1ο επεισόδιο ναι μεν γίνεται αναφορά στη «νέα ελληνική ελίτ των κοτζαμπάσηδων» που με την ενδυνάμωση των τσιφλικιών τους «οδηγούν σε δραματική επιδείνωση την κατάσταση των κατοίκων», ωστόσο δεν αποκαλύπτεται η ασυμφιλίωτη αυτή σύγκρουση ως έκφραση αντίθετων υλικών συμφερόντων που παίρνουν πολιτική υπόσταση. Αντιθέτως, οι Θ. Βερέμης και Γ. Κολιόπουλος σημειώνουν χαρακτηριστικά στο βιβλίο τους: «Θα ήταν λάθος αν ο μελετητής της ιστορίας της Επανάστασης αγνοούσε τον προσωπικό και φατριαστικό χαρακτήρα του εσωτερικού αγώνα ο οποίος σοβούσε». Άποψη που γίνεται ακόμα πιο σαφής στο 5ο επεισόδιο, όταν περιγράφονται οι αντιθέσεις στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους: «Δεν ήταν θέμα ταξικό, ήταν η οικογενειοκρατία, ο τοπικισμός, οι πυραμίδες των πελατειακών δικτύων, οι ημέτεροι, η κατακερματισμένη κοινωνία», αναλύει ο Θάνος Βερέμης για τις αντιθέσεις.

Στον αντίποδα αυτών των αταξικών εκτιμήσεων βρίσκεται το μνημειώδες για την εποχή του έργο του Γιάνη Κορδάτου, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συλλογή). Όπως μας εξιστορεί ο Κορδάτος, το 1808-1809 στη Σάμο επιβλήθηκε λαοκρατικό καθεστώς. Δημεύτηκε η κινητή και ακίνητη περιουσία των προυχόντων, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον Τούρκο τοπάρχη της Μικράς Ασίας. Αργότερα, στην Πάτρα ο τσαγκάρης Παναγιώτης Καρατζάς «δεν περίμενε το γενικόν σύνθημα της εθνεγερσίας, εσήκωσε τον λαόν των Πατρών εις τας 21 του Μαρτίου και εκτύπησε τους Τούρκους μέσα εις την πόλιν». Ο λαϊκός αυτός ηγέτης σκοτώθηκε τον Αύγουστο του ’21 από όργανα των κοτζαμπάσηδων. Και στα νησιά όμως ξεσπούν λαοκρατικές αγροτικές εξεγέρσεις. Στην Ύδρα, ο Αντώνης Οικονόμου πρωταγωνιστεί στον ξεσηκωμό των αγροτών που διεκδικούν την εξουσία. Με προκήρυξή του στις 31 Μαρτίου αναγνωρίζεται το λαοκρατικό καθεστώς στο νησί. Αργότερα βέβαια, οι καραβοκυραίοι ανατρέπουν αυτή την εξουσία. Αγροτική εξέγερση σημειώθηκε και στην Άνδρο, όπου οι άρχοντες διαπομπεύτηκαν. Κατά τη λαϊκή συνέλευση της Μεσαριάς αποφασίστηκε να καταργηθεί η φεουδαρχική ιδιοκτησία.

Άλλο σημείο που φανερώνει την αταξική εμμονή των συντελεστών του ντοκιμαντέρ είναι η στάση τους απέναντι στο φιλελληνικό κίνημα. Στο 2ο επεισόδιο αναφέρεται ότι το κίνημα του φιλελληνισμού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της ελληνικής υπόθεσης. Ολόκληρο το 5ο επεισόδιο αφιερώνεται σχεδόν στην παρουσία του λόρδου Βύρωνα. Το 1821 του Σκάι εστιάζει αποκλειστικά στην τάση εκείνη του φιλελληνικού κινήματος που εμπνέεται από το ρομαντισμό της εποχής. Δεν ήταν όμως αποκλειστικά νέοι φλογισμένοι από ρομαντικά ιδεώδη, οι φιλέλληνες που ήρθαν και πολέμησαν. Υπήρξε και η τάση στην Ευρώπη που ταυτίστηκε με το φιλελευθερισμό και περιέκλειε όλα τα προοδευτικά στοιχεία που βρίσκονταν σε σύγκρουση με τις αντιδραστικές δυνάμεις και την Ιερή Συμμαχία. Όπως άλλωστε αναλύει διεξοδικά στον πρώτο τόμο του πολύτιμου έργο του Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21 ο Κυριάκος Σιμόπουλος, ανάμεσα στους φιλέλληνες ήταν τα θύματα των ναυαγισμένων επαναστάσεων, οι «περιπλανώμενοι πολιτικοί πρόσφυγες» και οι πλάνητες φιλελεύθεροι που αναζητούσαν μια ευκαιρία για πλουτισμό ή απλώς επιβίωση.

Μια θετική συμβολή του ντοκιμαντέρ είναι το γεγονός ότι συμβάλλει αποφασιστικά στην ανασκευή μυθευμάτων γύρω από το ’21, όπως η εκκίνηση της Επανάστασης από την Αγία Λαύρα, στο 3ο επεισόδιο. Θέση άλλωστε της παραγωγής, όπως εκφράζεται συνολικά στο 8ο και τελευταίο επεισόδιο που τιτλοφορείται «Ο εθνικός μύθος», είναι πως η συνοχή της νέας χώρας μπόρεσε να καλλιεργηθεί μόνο μέσα από την ανάπλαση της ιστορίας. Έτσι, η αφήγηση υιοθετεί μια εικονοκλαστική στάση απέναντι σε εθνικά «εικονίσματα», υποβάλλοντάς τα σε κριτική. Σε αυτό το σημείο είναι φυσικά που προκαλούνται και οι αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων. Η μορφή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποκαθηλώνεται από τη θέση του απόλυτου λαϊκού ήρωα και «προσγειώνεται» στη μορφή ενός ικανού αλλά φιλάργυρου οπλαρχηγού, που πρωταγωνίστησε σε παροιμιώδεις σφαγές αμάχων, κατά την άλωση της Τριπολιτσάς.

Η αιρετική αυτή ματιά της παραγωγής είναι όμως μονομερής. Στην περίπτωση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος κατάργησε πραξικοπηματικά το τελευταίο Σύνταγμα του 1827, το πλέον δημοκρατικό, η παραγωγή είναι πολύ επιεικής, στο βαθμό που να υιοθετεί όλο το σκεπτικό του δολοφονηθέντος κυβερνήτη. Άλλωστε, παρά την κριτική στο κύριο ιστοριογραφικό ρεύμα, το ντοκιμαντέρ εμμένει στην άποψη ότι η ιστορία έχει πρωταγωνιστές σημαίνοντα πρόσωπα και όχι τους λαούς. Όλη η αφήγηση αφορά τις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες του Κολοκοτρώνη, του Μαυροκορδάτου, του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του Κουντουριώτη, την ίδια στιγμή που υποβαθμίζεται ο ρόλος των ίδιων των αγωνιστών, των ανώνυμων κολίγων της εποχής που έδωσαν το αίμα τους γι’ αυτή την υπόθεση. Ο Θάνος Βερέμης μιλώντας για τους κλέφτες κάνει λόγο για «καθεστώς ελεγχόμενης παρανομίας». Λέει στο 1ο επεισόδιο: «Οι κλέφτες ήταν φυγόδικοι εγκληματίες. Συγκυριακή ήταν η διαφορά τους με τους αρματολούς. Η κλεφτουργιά ήταν θύματα της φτώχειας, όχι Ρομπέν, εκμεταλλεύονται τους φτωχούς και προχωρούν σε αδιάκριτες λεηλασίες». Σύμφωνα αντιθέτως με το Γιάνη Κορδάτο, «η κλεφτουργιά είναι μια ιδιότυπη μορφή της πάλης των τάξεων κατά την προ του ’21 εποχή». Διασώζει μάλιστα ένα δημοτικό τραγούδι: «Εγώ ραγιάς δεν γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω, δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες».

Η εκκλησία και η διαπάλη για το 1821

«η ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821 είναι πραγματικό θαύμα» διατείνεται με πρόσφατο φυλλάδιό της η Εκκλησία της Ελλάδος

Σφοδρή ήταν η αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά τη μετάδοση των πρώτων επεισοδίων του ντοκιμαντέρ. Στο τεύχος 46 του φυλλαδίου που εκδίδει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος «Προς το λαό» διαπιστώνει ότι το ποίμνιο «παραπληροφορείται» και «πέφτει θύμα ιδεολογικών προπαγανδών και μονομερών θεωρήσεων της Ιστορίας μας, στην οποία η προσφορά της Εκκλησίας υπήρξε σημαντική». Χωρίς να κατονομάζει τη σειρά, εντοπίζει μια «προσπάθεια διαστρεβλώσεως της νεοελληνικής ιστορίας με διαφόρους τρόπους», ρίχνοντας την ευθύνη σε ένα «κίνημα μοντέρνου αθεϊσμού» που προσπαθεί να καταγράψει μια «άλλη ιστορία σχετικά με την Επανάσταση του 1821».

Αυτό που έκανε …λάβρα την ηγεσία της Εκκλησίας είναι φυσικά η αναφορά του ντοκιμαντέρ για το μύθευμα της Αγίας Λαύρας, ως δήθεν τόπου εκκίνησης της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Στο β’ τόμο μάλιστα της πεντάτομης σειράς για το 1821, οι Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος μεταφέρουν ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα από το φυλλάδιο «Διδασκαλία Πατρική», που δημοσίευσε ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης το 1821 και μετέπειτα «μάρτυρας», Γρηγόριος Ε’: «Το περί ελευθερίας νέον σύστημα δεν είναι άλλο παρά μία σύγχυσις και ανατροπή των καλών διοικήσεων, μία οδός φέρουσα εις την απώλειαν και απλώς ειπείν μία νεοφανέστατη ενέδρα του πονηρού διαβόλου, διά να εκτραχηλίσει τους εγκαταληφθέντας ορθοδόξους χριστιανούς». Η Ιερά Σύνοδος αντιτείνει ότι ο Γρηγόριος «ήταν εκείνος που στήριξε το έργο της Φιλικής Εταιρείας και την περιέσωσε από τη διάλυση», επικαλούμενη μαρτυρία του Μακρυγιάννη.

Παρά τη φαινομενική σύγκρουση των δύο απόψεων, στην πραγματικότητα διαπνέονται από την ίδια τυπική λογική. Αναφέρει για παράδειγμα το φυλλάδιο της Ιεράς Συνόδου: «Την επομένη κιόλας της Άλωσης, η αντίσταση των Ελλήνων έγινε πνευματική, για να εξελιχθεί και πάλι σε ένοπλη και να λάβει το Εικοσιένα τη μορφή του μεγάλου Σηκωμού. Ως τότε σημειώθηκαν πολλά μικροκινήματα». Οι διατυπώσεις αυτές συγκαλύπτουν και αποσιωπούν τις ταξικές εσωτερικές αντιθέσεις που διαχώριζαν τα ελληνικά στοιχεία, ορθώνοντας «κοινωνικά τείχη» μεταξύ των τάξεων που εκπροσωπούσαν διαφορετικά υλικά συμφέροντα. Το ίδιο όμως κάνει και το ντοκιμαντέρ του Σκάι, όταν παρουσιάζει τις ελληνικές δυνάμεις ενωμένες κάτω από την ίδια ιδέα, την ίδια ώρα που ερμηνεύει τις όποιες αντιθέσεις στη βάση των προσωπικών φιλοδοξιών ή του τοπικισμού.

Σε ένα άλλο σημείο του συγκεκριμένου φυλλαδίου υπογραμμίζεται ότι «ο Αγώνας δεν έγινε μόνο για την πατρίδα, αλλά και για τη θρησκεία». Φυσικά, οι έννοιες που χρησιμοποιεί η σειρά του Σκάι διαφέρουν, όμως οι δύο φαινομενικά ασυμβίβαστες απόψεις βασίζονται πάνω στο ίδιο ιδεολογικό υπόβαθρο: Ότι πυροκροτητής της Επανάστασης ήταν ιδέες, θεωρίες και «πιστεύω» που κατάφεραν με κάποιο μεταφυσικό τρόπο να μετουσιωθούν σε πολεμικές επιχειρήσεις και να προκαλέσουν σφοδρές πολιτικές συγκρούσεις. Στη θέση της θρησκείας, η άποψη του ντοκιμαντέρ τοποθετεί τις ευρωπαϊκές ιδέες, την απελευθερωτική φλόγα που εισήχθη από τη Γαλλία της επανάστασης του 1789, αποκομμένη όμως από τις κοινωνικές της ρίζες. Στον αντίποδα της ιδεαλιστικής αυτής αντίληψης, η υλιστική θεωρία ερμηνεύει τις πράξεις των ανθρώπων στη βάση των ταξικών συμφερόντων που εκπροσωπούν. Οι ιδεολογίες και τα ιδανικά που παρακινούν τους φορείς της σε δράση, βρίσκονται στο εποικοδόμημα και δεν είναι άλλο παρά έκφραση των υλικών συμφερόντων ορισμένων τάξεων και στρωμάτων. Με τη θέση αυτή διαφωνούν τόσο η εθνική όσο και η μεταμοντέρνα ιστοριογραφία.

Βέβαια η θέση για τον αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας και κυρίως του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης απέναντι στην Επανάσταση δεν είναι νέα. Στο κλασικό πια έργο του Η μεγάλη εκκλησία εν αιχμαλωσία (που εκδόθηκε το 1968 και κυκλοφόρησε πρόσφατα στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Γκοβόστη), ο διαπρεπής βυζαντινολόγος σερ Στίβεν Ράνσιμαν καταδεικνύει τις διαχρονικές σχέσεις εξάρτησης και δουλοπρέπειας που είχε το ορθόδοξο ιερατείο με την οθωμανική εξουσία. Στο ίδιο βιβλίο περιγράφεται διεξοδικά πώς από το 1669 οι Φαναριώτες άρχισαν να καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, με πρώτο τον Παναγιώτη Νικούσιο Μαμωνά, για τον οποίο δημιουργήθηκε η θέση του Μεγάλου Δραγουμάνου της Υψηλής Πύλης, μόνιμου δηλαδή αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών. Έκτοτε, η τάξη των Φαναριωτών τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ανέλαβε ηγετικά πόστα δίπλα στο σουλτάνο. Όπως περιγράφει ο Νίκος Σβορώνος (Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας), «η ύπαρξη μιας προνομιούχας ομάδας, καλά συγκροτημένης, αναγνωρισμένης de facto και de jure απ’ τον κατακτητή που την είχε ενσωματώσει στη διοίκησή του, διασπούσε το 18ο αιώνα την εθνική αλληλεγγύη των προηγούμενων αιώνων».

Οι αντιθέσεις όμως αυτές που αντανακλώνται στο αρχικό ξέσπασμα της Επανάστασης και κορυφώνονται μετά την εδραίωσή της, δεν ερμηνεύονται ούτε από την Εκκλησία που διατείνεται ότι «η ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821 είναι πραγματικό θαύμα», ούτε από το μεταμοντέρνο ιστοριογραφικό ρεύμα που κάνει λόγο για «συγκρούσεις φιλοδοξιών και οραμάτων για το μέλλον της χώρας».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 20-3-2011)
Ο ευφυέστατος τίτλος ανήκει στο μπλογκ Φιλολαϊκό

Ακόμα αδικαίωτη η «ζωή στους βράχους»

Φωνή στις πρωταγωνίστριες μιας ταραγμένης αλλά ηρωικής εποχής δίνει η ταινία της Αλίντας Δημητρίου Η ζωή στους βράχους. Τριάντα τρεις μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού μιλούν για τους λόγους που τις έβγαλαν στο βουνό, τις συνθήκες διαβίωσης στο αντάρτικο αλλά και τα όσα ακολούθησαν μετά την ήττα, τα βασανιστήρια και τους τόπους εξορίας.

Ευτύχης Μπιτσάκης: «Από τη σκοπιά των ταγματαλητών και των οργανωτών του εμφυλίου πολέμου είναι το ιστορικό ψεύδος, από την πλευρά της Αριστεράς είναι η αλήθεια, γιατί σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο κάποιος έχει δίκιο»

Η ζωή στους βράχους αποτελεί τη δεύτερη αυτοτελή ταινία μιας τριλογίας από ντοκιμαντέρ με μαρτυρίες γυναικών. Η πρώτη, τα Πουλιά στο Βάλτο, παρουσιάστηκε πέρσι στο 10ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης -όπου απέσπασε και το βραβείο- και παρουσιάζει γυναίκες της αντίστασης που αγωνίστηκαν ενάντια στον κατακτητή, αλλά η πολιτική τους στράτευση στην Αριστερά τις έριξε στις φυλακές και τις εξορίες. Η ζωή στους βράχους αρχίζει τις διηγήσεις από τη Συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο του 1945 και επικεντρώνεται στον εμφύλιο. Στα σχέδια της σκηνοθέτιδας είναι η τρίτη ταινία να παρουσιάσει τις γυναίκες που πάλεψαν και μαρτύρησαν κατά τη χούντα.
Στην ταινία παίρνει το μικρόφωνο μια «ομάδα» που σπάνια μιλά ή της δίνεται ρόλος στην επίσημη ιστοριογραφία, οι γυναίκες. Οι αγωνίστριες καταθέτουν βιωματικές εμπειρίες φωτίζοντας πλευρές της ιστορίας που αγνοούνται μέχρι σήμερα αλλά και ανατρέποντας πολλά στερεότυπα για το ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στα δραματικά γεγονότα του εμφυλίου.

Η ζωή στους Βράχους παρουσιάστηκε στο 11ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όμως «πρεμιέρα» έκανε σ’ ένα χωριό της νοτιοδυτικής Κρήτης. Εκεί, στο Κάδρος των Χανίων, το χωριό του Ευτύχη Μπιτσάκη, μια βροχερή καλοκαιρινή μέρα, οι κάτοικοι μαζεύτηκαν κάτω από ένα υπόστεγο για να δουν την ταινία. Η μπόρα είχε κάνει απροσπέλαστο το αρχικό υπαίθριο σημείο όπου θα παιζόταν, οπότε επιστρατεύτηκε ένα σεντόνι για επιφάνεια προβολής. Από στόμα σε στόμα και με πρωτοβουλία φίλων αλλά και πολιτικών συλλογικοτήτων, η ταινία προβλήθηκε στα Χανιά, την Τρίπολη, την Καβάλα και σύντομα έκανε το γύρο όλης της χώρας.

Με αφορμή την προβολή της ταινίας στης Αθήνα, η σκηνοθέτης Αλίντα Δημητρίου, ο καθηγητής Ευτύχης Μπιτσάκης και η ζωγράφος Μαρία Κοκκίνου μίλησαν για την ταινία, τον εμφύλιο και τις αναθεωρητικές τάσεις στην ιστορία.

Τι νέο φέρνει η ταινία; Γιατί άλλη μια ταινία για τον εμφύλιο;

Αλίντα Δημητρίου: Κατ’ αρχήν, τι είναι εμφύλιος; Με το υλικό που έχω μαζέψει μπορώ να πω ότι ο εμφύλιος δεν είναι ένας δόκιμος όρος. Δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος διότι απ’ τη μια μεριά ήταν οι αντιστασιακοί και από την άλλη ήταν ποιοι; Δεν ήταν άλλοι Έλληνες, αλλά η συνέχεια των δοσιλόγων, των παρακρατικών, όλων αυτών που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Μ’ αυτούς ξεκίνησε το κυνηγητό και των ανδρών και των γυναικών που μπήκανε στις φυλακές και πληρώσανε μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Αυτοί που πήγαν με τον Εθνικό Στρατό στρατολογήθηκαν, δεν πήγαν εθελοντές. Αυτό που λένε ένας αδερφός από ‘δω, ένας αδερφός από ‘κει, δεν στέκει. Είναι για να σκεπάσουμε τα πραγματικά γεγονότα και βάζουμε αυτή τη συναισθηματική σφήνα στη μέση. Κάποιος με ρώτησε «οι γυναίκες διατηρούν μίσος απέναντι στους βασανιστές τους;». Μα δεν είναι προσωπικό το θέμα, δεν είναι διαπροσωπικές οι σχέσεις. Μ’ αυτή την ερώτηση σκεπάζουν το ιστορικό φαινόμενο, αυτά που εξελίχθηκαν. Κοιτάνε να τα κρύψουν.

Αλίντα Δημητρίου: «60 χρόνια την άλλη άποψη ακούμε. Αν υπάρχουν γυναίκες σαν αυτές του Δημοκρατικού Στρατού, ας τις παρουσιάσουν. Εγώ δεν ξέρω τέτοιες»

Ευτύχης Μπιτσάκης: Νομίζω ότι θα διαφωνήσω. Νομίζω ότι ήταν εμφύλιος και ο εμφύλιος ξεκίνησε από τότε που φάνηκε ότι το ΕΑΜ έχει μια επιρροή στον κόσμο. Αντιδραστικές δυνάμεις ελληνικές συν οι Εγγλέζοι που θέλαν να διατηρήσουν την επικυριαρχία τους εδώ άρχισαν να οργανώνουν όχι μόνο τα τάγματα ασφαλείας, αλλά τον ΕΔΕΣ, την ΕΟΚ στην Κρήτη και παντού. Όλοι αυτοί δεν ενδιαφέρονταν για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενδιαφέρονταν να σφάξουν τους αριστερούς αν χρειαζόταν. Εισαγγελέας που ήταν μέσα στα πράγματα μου είπε: «Ήμασταν έτοιμοι να σας σφάξουμε όλους στην επαρχία τη δικιά μας». Ο εμφύλιος ξεκινά το ’42-’43. Εκεί μέσα μπαίνουν, κι εδώ συμφωνώ με την Αλίντα, όχι μόνο ταγματασφαλίτες αλλά όλο το κατακάθι της ελληνικής κοινωνίας, μαυραγορίτες, συνεργάτες των Γερμανών, ταγματασφαλίτες. Με την απελευθέρωση, χάρη στην ανικανότητα της ηγεσίας της Αριστεράς να δει το ρόλο των Εγγλέζων, έρχονται ιερολοχίτες απ’ έξω, τους δίνουν άφεση αμαρτιών και παρουσιάζουν τους ταγματασφαλίτες σαν πατριώτες και αρχίζει το κυνήγημα των αριστερών, με σκοπό να εξοντωθεί η νικηφόρα λεγόμενη εθνική αντίσταση, γιατί δεν ήταν εθνική αλλά λαϊκή αντίσταση. Έρχεται ο Δεκέμβρης, μετά το κεφαλαιώδες λάθος της Αριστεράς, η Βάρκιζα, κι αρχίζει ο εμφύλιος πόλεμος και τυπικά, γιατί ουσιαστικά έχει αρχίσει από παλιά με τη δημιουργία του Δημοκρατικού Στρατού.

Αυτό που λες είναι ένα πρόβλημα, αλλά πάντα στους εμφύλιους πολέμους κάποιοι εξαναγκάζονται να πάνε, δηλαδή οι Έλληνες που σχημάτισαν το λεγόμενο Εθνικό Στρατό στην πλειοψηφία τους ήταν παλιοί ΕΠΟΝίτες κι όμως αναγκάστηκαν να πάνε. Οι πιο γνωστοί σταλθήκαν στο Μακρονήσι για αναμόρφωση με βασανιστήρια κι άλλοι πήγαν να αλληλοσκοτώνονται. Κι αυτή είναι μια όψη της τραγωδίας. Οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι αδελφοκτόνοι, η μαύρη αντίδραση απ’ τη μια, οι προοδευτικές δυνάμεις από την άλλη. Και στην Ισπανία αδελφοκτονία ήταν και παντού.

Υπάρχει μυθολογία γύρω από τον εμφύλιο;

Αλίντα Δημητρίου: Βέβαια υπάρχει. Η επίσημη ιστορία αυτό κάνει, μυθολογία.

Ευτύχης Μπιτσάκης: Συγγνώμη που παρεμβαίνω, αλλά δεν υπάρχει απλώς μυθολογία, υπάρχει ολόκληρη φιλοσοφία: Τέρμα οι μεγάλες αφηγήσεις, την ιστορία ερμηνεύει καθένας κατά τη γνώμη του, κύριες δυνάμεις που συνέτριψαν το ναζισμό δεν ήταν οι σοβιετικοί αλλά οι δυτικοί, εδώ οι μόνοι οι οποίοι σφάξανε ήταν οι αριστεροί, οι αριστεροί ξεκίνησαν τον εμφύλιο πόλεμο. Όλα αυτά είναι ψεύδη ιστορικά και φτιάχνουν συνέχεια παραμύθια στο χώρο της λογοτεχνίας και της κινηματογραφικής παραγωγής. Έχουμε την Ελένη του Γκατζογιάννη. Όχι ότι δεν σκότωσαν οι αριστεροί, πόλεμος ήταν, σκότωναν και οι μεν και οι δε, το θέμα είναι να δούμε -κι εδώ νομίζω ότι πρέπει να γίνει κριτική στον Βούλγαρη- ποιος ξεκίνησε τον εμφύλιο, γιατί τον ξεκίνησε, τι ιστορικό ρόλο παίξανε και οι μεν και οι δε, αν υπάρχει δικαιωμένος και αδιακαίωτος από τους δύο που συγκρούστηκαν. Αυτά σβήνονται από τη νέα αντίληψη της ιστορίας, όλη αυτή την παγκόσμια εκστρατεία να αντιστρέψουμε την πραγματική ιστορία. Αυτός είναι μύθος αλλά με την κακή έννοια, γιατί μύθοι είναι ωραία πράγματα όταν είναι λαϊκοί μύθοι. Εδώ έχουμε μια συστηματική εκστρατεία διαστρέβλωσης της παγκόσμιας ιστορίας και της δικής μας.

Μαρία Κοκκίνου: Υπάρχει και άγνοια εκτός από το μύθο. Εμείς αυτό το είδαμε στο μικρό αυτό χωριό που το καλοκαίρι προβάλαμε την ταινία. Ήταν νέοι άνθρωποι και μεγαλύτεροι και έλεγαν εμείς αυτά δεν τα ξέραμε καθόλου, δεν ξέραμε τίποτα και είχαν πραγματικά συγκινηθεί από όλα όσα είδαν. Ήταν άγνοια. Πρέπει να πούμε ότι η προβολή έγινε κάτω από μία βροχή φοβερή, κάτι πολύ αρνητικό για την περίπτωση αυτή, κι όμως ο κόσμος ήρθε, στήθηκε το σεντόνι γιατί δεν μπορούσαμε να το κάνουμε εκεί που είχαμε προβλέψει σ’ ένα στέγαστρο. Και η προβολή ήταν πολύ καλή. Εγώ την είχα δει και στο Γαλλικό Ινστιτούτο και δεν υστερούσε. Δεν ξέρω μήπως ήταν θερμή η κατάσταση και το έβλεπα έτσι… Κι όμως, ήταν καταπληκτική εικόνα κι ο ήχος ήταν πάρα πολύ καλός. Είναι μιάμιση ώρα κι ήταν μεγάλη ταινία. Μετά τους ρώτησα έναν έναν και μου έλεγαν «και περισσότερο να ήταν, θα το βλέπαμε».

Μαρία Κοκκίνου: «Το κράτος που υποτίθεται ότι μας έσωσε από μια καταστροφή, τελικά μας κατέστρεψε»

Γιατί όμως η ταινία δεν παρουσιάζει και την άλλη άποψη;

Αλίντα Δημητρίου: 60 χρόνια την άλλη άποψη ακούμε. Αν έχουν κάτι σαν τις γυναίκες στο Δημοκρατικό Στρατό, ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα, να το φτιάξουνε. Εγώ δεν τις ξέρω, υπάρχουν τέτοιες γυναίκες;

Ευτύχης Μπιτσάκης: Είχαμε άντρες που βασανιστήκανε κι εκτελεστήκανε, γυναίκες που βασανιστήκανε κι εκτελεστήκανε κι αυτά είναι αυτούσια, ούτε μυθοπλασία ούτε σχόλια, η Αλίντα έκανε ντοκιμαντέρ. Να φέρουνε λοιπόν τους ταγματασφαλίτες που δέρνανε, γδέρνανε, κρεμούσανε μαζί με τους Γερμανούς, βιάζανε γυναίκες, δένανε τον πατέρα και τη μάνα και βιάζανε τις κόρες, μετά βιάζανε τη μάνα και μετά εκτελούσανε τους πάντες, να τους φέρουν να τους δούμε.

Αλίντα Δημητρίου: Η αντικειμενικότητα είναι ένας όρος της μετανεωτερικότητας, ο οποίος ισχύει για άψυχα αντικείμενα κι εμείς το χρησιμοποιούμε στα έμψυχα. Στα έμψυχα χρειάζεται άλλη ορολογία, άλλη μεθοδολογία.
Μαρία Κοκκίνου: Υπήρξε αυτή η αντίληψη, θυμάμαι μια φορά στα Γιάννενα σ’ ένα συνέδριο οι πιο νέοι έλεγαν ότι η ιστορία πρέπει να εξετάζεται έτσι ακριβώς όπως μέσα σε εργαστήριο, με αντισηπτικά, με τα εργαλεία του χειρούργου, πράγμα αδύνατον. Και όχι μόνο αδύνατο αλλά και όχι ευκταίο για μένα.

Αλίντα Δημητρίου: Η προφορική μαρτυρία είναι ο νεότερος κλάδος της ιστορίας ο οποίος δίνει την ψυχή του αγώνα. Στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν πηγαίνεις με λογική. Η λογική είναι για την καθημερινότητα, για την πρακτική ζωή μας. Η ψυχή είναι εκείνη που σε πάει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ένα τραγούδι, μια μουσική μπορεί να σε στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Ευτύχης Μπιτσάκης: Το θέμα της αντικειμενικότητας είναι πολύ σπουδαίο. Τώρα πάνε να μας πουν ότι ταξικότητα και αντικειμενικότητα αντιφάσκουν, με σχοινοτενείς μαρξίζουσες αναλύσεις. Λάθος. Υπάρχει αντικειμενικότητα με βάση από ποια σκοπιά το βλέπεις. Από τη σκοπιά των ταγματαλητών και των οργανωτών του εμφυλίου πολέμου είναι το ιστορικό ψεύδος, από την πλευρά της Αριστεράς είναι η αλήθεια, γιατί σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο κάποιος έχει δίκιο. Συνεπώς, το δίκιο είναι με τη μεριά εκείνων που αγωνιστήκανε για ν’ αλλάξουν την κοινωνία, άρα ταξικότητα και αντικειμενικότητα δεν αντιφάσκουν, όταν δεις ακριβώς πώς είναι τα ιστορικά γεγονότα.
Αλίντα Δημητρίου: Μία γυναίκα στο τέλος της ταινίας λέει «έπρεπε να αντέξουμε και αντέξαμε επειδή είχαμε δίκιο».

Ποιο ήταν το τίμημα όλης αυτής της περιπέτειας από το ’40 και φτάνοντας μέχρι τη μεταπολίτευση για τους ανθρώπους που επέλεξαν αγωνιστική στάση;

Αλίντα Δημητρίου: Κυνηγητό, εξορίες, εκτελέσεις, βασανιστήρια. Μία γυναίκα στην πρώτη ταινία, τα Πουλιά, λέει «τι είναι αντίσταση; Αντίσταση είναι να περιφρουρείς την αξιοπρέπειά σου». Το κυριότερο, διάλυση οικογενειών, αυτές είναι οι παράπλευρες απώλειες. Τα παιδιά όλων αυτών των ανθρώπων έχουν ψυχολογικά προβλήματα, είτε μικρά είτε μεγάλα.

Ευτύχης Μπιτσάκης: Να βλέπεις έναν άνθρωπο στα 60 του, να έχει παιδιά που δεν τον είδαν ουσιαστικά, η γυναίκα του να δουλεύει στα χωράφια να προσπαθεί να ζήσει τα παιδιά του ή να κάνει οποιαδήποτε δουλειά στην πόλη. Άλλες αντέξανε κι άλλες δεν αντέξανε. Και να βλέπεις άλλη γυναίκα, που δεν είχαν προλάβει να κάνουν παιδιά, δεν είχαν καν παντρευτεί, είχαν αρραβωνιαστεί και να τον περιμένει 30 χρόνια κι όταν γύρισε αυτός ήταν σχεδόν γέρος κι αυτή γριά. Αντίστροφα, να δεις παιδάκια που δεν γνώρισαν πατέρα γιατί ο πατέρας είχε εκτελεστεί. Ξέρω συγκεκριμένα πρόσωπα και υπάρχουν χιλιάδες τέτοιες περιπτώσεις. Αυτοί ήταν παράπλευρες απώλειες, πέρα από τους εκτελεσμένους.

Αλίντα Δημητρίου: Δεν είναι μόνο οι γυναίκες ή οι άνδρες οι οποίοι άμεσα είχαν επιπτώσεις, ήταν και η οικογένεια ολόκληρη. Οι γυναίκες αυτές που πήγανε βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εκτελέστηκαν πολλές απ’ αυτές, και τώρα όσες ζουν έχουν είτε ψυχολογικά τραύματα είτε βιολογικά τραύματα. Μία μου είπε ότι τα βόλια είναι ακόμα μέσα στο κορμί της, άλλη μου είπε ότι πηγαίνοντας αναμνηστικές εκδρομές, όταν επιστρέφει βγάζει έρπη. Άλλη έχει νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο και όταν υπέστη τα μαρτύρια ήταν κοριτσάκι 17 χρονών στο Μακρονήσι. Την ώρα που τη χτύπαγε στο κεφάλι ο βασανιστής της, του έλεγε «βάρα με φασίστα, βάρα, εγώ το αίμα του αδερφού μου δεν το προδίδω, γιατί αν αυτός έκανε δήλωση, δεν θα είχε εκτελεστεί». Είναι περιπτώσεις οι οποίες ξεπερνάνε τις δυνατότητες της καθημερινότητας. Φυσικά, δεν ήταν ηρωίδες, ήταν οι ηρωίδες που έφτιαξε η εποχή.

Ευτύχης Μπιτσάκης: Κι εδώ μπαίνει το θέμα της αντικειμενικότητας. Δεν μπορείς να πεις «εγώ βλέπω και τις δύο πλευρές, λυπούμαι για όσα έγιναν». Αυτό είναι ιστορικό λάθος, πέρα από το ότι είναι ανήθικο. Διότι η μία πλευρά οργάνωσε την αλληλοσφαγή και η άλλη κυρίως την υπέστη.

Μαρία Κοκκίνου: Θα σου μεταφέρω μία αρνητική κριτική που είχα από μια καλή φίλη. Μου είπε ότι το έργο ήταν πολύ καλό αλλά οι γυναίκες ήταν καλές. Τι έκανε η σκηνοθέτης; Εγώ όμως πιστεύω ότι όταν σ’ ένα έργο νομίζεις ότι δεν έχει γίνει τίποτα, αυτό είναι το μεγάλο. Το καταπληκτικό έργο είναι αυτό που νομίζεις ότι ο άλλος τίποτα δεν έκανε και βγήκε σαν νεράκι.

Θα έλεγε κανείς όμως γιατί τα σκαλίζουμε αυτά, αφού οι διαχωριστικές γραμμές έχουν πέσει…

Αλίντα Δημητρίου: Ποιος το λέει αυτό; Η γυναίκα που μιλάει στην ταινία και είναι 95 χρονών λέει ότι το μεγάλο τραύμα της Ελλάδας είναι ότι μετά την απελευθέρωση νικήσαν οι ταγματασφαλίτες, αυτοί μπήκαν στις κυβερνήσεις.
Ευτύχης Μπιτσάκης: Αν θέλουμε να το γενικεύσουμε, υπήρξε μετά την πτώση της χούντας μία άποψη και δυστυχώς έχει κυριαρχήσει στην κομμουνιστική Αριστερά, ότι άλλαξε πλέον η Δεξιά. Έχω τσακωθεί κατ’ επανάληψη για το αν θα μπορέσει ποτέ η παράταξη η οποία είναι έκφραση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, η οποία συνδέεται με τη δικτατορία του Μεταξά, με τα Τάγματα Ασφαλείας, με τον εμφύλιο και με τη χούντα να αλλάξει.

Πώς σχολιάζετε ότι εντός Αριστεράς υπάρχει η άποψη «σύντροφοι, ευτυχώς χάσαμε»;

Αλίντα Δημητρίου: Τι θα πει χάσαμε, ποιος είπε ότι δεν κερδίσαμε; Οι γυναίκες που μίλησα δεν νιώθουν ηττοπάθεια. Οι γυναίκες δεν μιλάνε για ήττα, οι άντρες μιλάνε για ήττα. Εγώ δεν νιώθω ηττημένη. Και οι 33 γυναίκες που παρουσιάστηκαν στην ταινία δεν είχαν καμία ηττοπάθεια.

Μαρία Κοκκίνου: Πάντως αυτό το «ευτυχώς που χάσαμε» δεν θα μπορούσαν να το πουν οι οικογένειες που εκτελέστηκαν τα παιδιά τους, τους άντρες τους και τα αδέρφια τους. Εκτός αν θεωρούν ότι έχουμε ένα παράδεισο. Με αυτούς τους νικητές, όλη η Ελλάδα έχει καταστραφεί. Δεν θα θέλαμε φυσικά να γίνουν άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης από αριστερούς που να κρίνουν άλλους αριστερούς, αυτό σε καμία περίπτωση, θα ήταν μια δεύτερη τραγωδία. Δεν μιλάω όμως γι’ αυτό, μιλάω για την Ελλάδα σαν χώρα, σαν τόπο, σαν φύση, την καταστρέψαμε και την καταστρέφουμε με αυτή τη λογική. Η ουσία αυτού του κράτους που υποτίθεται ότι μας έσωσε από μια άλλη καταστροφή, μας κατέστρεψε.

Ευτύχης Μπιτσάκης: Εκτός από αυτό, υπάρχει κι ένα κριτήριο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που αγωνιστήκανε, βασανιστήκανε, εκτελεστήκανε για ένα σκοπό υψηλό, δεν είναι ιστορικά δικαιωμένοι; Από τη μία μεριά πρέπει να νιώθουμε θλίψη αλλά και σεβασμό. Και όταν ο κάθε μικροαστός βγαίνει και μου λέει ότι θα γινόμασταν Αλβανία, εγώ αυτό τον άνθρωπο τον περιφρονώ βαθύτατα, διότι αυτός δεν κατάλαβε τίποτα από την τραγωδία της ιστορίας και κάθεται εκ των υστέρων να μου προφητέψει τι θα γινόμασταν. Δεν ξέρω αν θα γινόμασταν ή όχι. Η ιστορία είναι περίπλοκη. Αλλά είναι ανέντιμο και μικρόψυχο να βγάζουν τέτοιες προφητείες. Έπρεπε να στέκονται με σεβασμό απέναντι σε αυτή την τραγική ιστορία.

Πώς επικοινωνούν οι πρωταγωνίστριες της δεκαετίας του ’40 με τη νέα γενιά;

Αλίντα Δημητρίου: Πιστεύω ότι είναι το όραμα που έχει η νέα γενιά, που βλέπει ότι δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Από την εμπειρία των προβολών που έχουν γίνει, είναι η νέα γενιά που έρχεται. Το φοβόμουν εξ αρχής, πώς θα περάσει η ταινία στους νέους. Έλεγα τι πρέπει να βάλω για να έλξει τη νέα γενιά. Δεν υπήρξε τελικά καμία τέτοια ανάγκη. Το παίρνει η νέα γενιά και λέει εμείς συνεχίζουμε. Αυτές οι γυναίκες είναι το υπόβαθρο που εμείς πατάμε για να συνεχίσουμε. Διότι μέλλον χωρίς παρελθόν δεν μπορεί να υπάρξει.

Μαρία Κοκκίνου: Λαός χωρίς μνήμη δεν έχει μέλλον. Αυτό για μένα είναι το πολύ ουσιαστικό. Το ίδιο το έργο τα λέει όλα. Αν δεν τα έλεγε και ήσουν υποχρεωμένος να πεις για να το στηρίξεις, αυτό θα ήταν μεγάλο πρόβλημα. Αυτό που μου φάνηκε πάρα πολύ ωραίο είναι ότι αυτές οι γυναίκες, που τις βλέπεις μεγάλες πια, μου φάνηκαν ωραίες. Η αξία που είχανε και η ζωή που ζήσανε και η ιστορία που μου περνούσαν, πρόσθετε και αφαιρούσε ταυτόχρονα από μία αντικειμενική φθορά και έμπαινε στο πρόσωπό τους κάτι σαν φωτοστέφανο, τις ομόρφαινε.

Ο δικός μας Μανώλης Χιώτης

Μια εναλλακτική βιογραφία, πλούσια σε κοινωνικές και ιστορικές αναφορές για το μεγάλο καλλιτέχνη που ύψωσε σε άλλο επίπεδο τη λαϊκή μουσική, υπογράφει ο Αντώνης Κασίτας με το βιβλίο του Μανώλης Χιώτης, ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

Χαρακτηριστικά στιγμιότυπα φωτίζουν την αινιγματική για πολλούς προσωπικότητα του ανθρώπου που έβαλε το μπουζούκι στα σαλόνια

Κριτική και ζεστή ματιά στη ζωή και το έργο του μεγάλου λαϊκού μουσικού Μανώλη Χιώτη επιχειρεί το νέο βιβλίο του Αντώνη Κασίτα Μανώλης Χιώτης, ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Η 3χρονη έρευνα του συγγραφέα, ο οποίος πήρε συνεντεύξεις από όλους τους σημαντικούς έλληνες καλλιτέχνες που σχετίστηκαν με τον Χιώτη, ανθολόγησε αποκόμματα εφημερίδων της εποχής και διέσωσε όλο το σχετικό οπτικοακουστικό υλικό, απέδωσε αρχικά ένα 2ωρο ντοκιμαντέρ και έπειτα αποτέλεσε το υλικό του βιβλίου. Η ομότιτλη ταινία περιέχει αφηγήσεις, πολλά τραγούδια και δίνεται μαζί με το βιβλίο στη μορφή του DVD.
Το βιβλίο του Α. Κασίτα δεν είναι μια απλή βιογραφία, αλλά μια ολοκληρωμένη πραγματεία που καταθέτει εκτός από στοιχεία και άποψη. Συνιστά μια εναλλακτική βιογραφία: Αποφεύγει τις πληροφορίες της κλειδαρότρυπας, χωρίς να παρακάμπτει τα καθοριστικά συμβάντα της προσωπικής ζωής. Η διάρθρωση της ύλης ακολουθεί χρονολογική σειρά, όχι όμως με βάση το «βιογραφικό» του Μανώλη Χιώτη, αλλά εστιάζοντας στα ιστορικά και κοινωνικά ορόσημα που σημάδεψαν την εποχή πρώτα και έπειτα τη ζωή και τη δραστηριότητα του Χιώτη. Η αφήγηση, η οποία πλαισιώνεται από πλούσιες και σοβαρές μαρτυρίες, στέκεται στις συνθήκες που διαμόρφωσαν την προσωπικότητα του μεγάλου οργανοπαίχτη καθώς και στο πολιτιστικό υπόβαθρο στο οποίο έδρασε: μετεμφυλιακό καθεστώς, εξορίες των αριστερών, μετανάστευση, χούντα των συνταγματαρχών.
Παράλληλα, εξιστορούνται χαρακτηριστικά στιγμιότυπα που φωτίζουν την αινιγματική για πολλούς προσωπικότητα του Χιώτη. Όπως η σκηνή με τον Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος ένα βράδυ του 1963 στο κέντρο όπου εμφανιζόταν ο Μανώλης Χιώτης μαζί με τη Μαίρη Λίντα, μαγεμένος από το παίξιμό του γέμισε το μπουζούκι του με χιλιάρικα. Ο Χιώτης δεν κράτησε ούτε δραχμή και μοίρασε τα χρήματα στα μέλη της ορχήστρας. Ή την ιστορία που διηγείται ο Μίκης Θεοδωράκης, για τον καιρό που ήταν κρατούμενος στον Ωρωπό τον Μάρτιο του 1970. Έξω από τη φυλακή, στο μόλο, μια τριάδα σιγοτραγουδούσε το «Ροδόσταμο» του Θεοδωράκη σαν καντάδα. Ο φύλακας αναγνώρισε το τραγούδι, ειδοποίησε τον Μ. Θεοδωράκη κι αυτός με τη σειρά του αναγνώρισε τη φωνή του Χιώτη. Τους σταμάτησαν τελικά οι χωροφύλακες και ο Χιώτης νοσηλεύτηκε για μια εβδομάδα στον Ευαγγελισμό από το ξύλο που έφαγε, λόγω της ενέργειάς του αυτής.
Είναι διπλή η συμβολή του βιβλίου του Α. Κασίτα για το Μανώλη Χιώτη. Πρώτα απ’ όλα καλύπτει ένα βιβλιογραφικό κενό για έναν από τους μεγάλους μεταρρυθμιστές του ελληνικού τραγουδιού. Απ’ την πρώτη πεντάδα του ελληνικού πενταγράμμου για τον 20ό αιώνα, όπου θα διακρίνει κανείς το Μάρκο Βαμβακάρη, το Βασίλη Τσιτσάνη, το Μανώλη Χιώτη, το Μάνο Χατζηδάκη και το Μίκη Θεοδωράκη, για όλους έχουν γραφτεί πολλά, με εξαίρεση το Χιώτη. Ύστερα, το βιβλίο αποκαθιστά τη λαϊκή φυσιογνωμία του Χιώτη. Εδώ ο συγγραφέας ασκεί κριτική στις εκτιμήσεις που τον ήθελαν να βάζει το μπουζούκι στα αστικά και μόνο σαλόνια, σαν ένας ταξικός αποστάτης, μια άποψη που καλλιεργήθηκε και από την Αριστερά. Όπως γράφει ο Αντώνης Κασίτας χωρίς περιστροφές, βασικός λόγος που η Αριστερά δεν ήρθε σε επαφή με τα παιδιά της «πιάτσας», όπως ο Χιώτης ήταν ότι «οι ηγεσίες της πάντα φοβούνταν τους ανθρώπους που αμφισβητούσαν θεσμούς και καταστάσεις, τον μποέμ χαρακτήρα τους, την αντιφατική τους φύση». Όπως ολόπλευρα φωτίζεται στις σελίδες του βιβλίου, ο Χιώτης ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 6-12-2009)