Όταν το κόκκινο συνυπήρχε με το μαύρο

εστίαση
Aν τολμούσαμε μια μεταφυσική μεταφορά στο χρόνο και φέρναμε ξανά στη ζωή σήμερα τον Κάρολο Μαρξ και τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τι θα συζητούσαν μεταξύ τους; Δίχως άλλο τη γέννηση και την πτώση των σοσιαλιστικών κρατών του 20ού αιώνα. Την πρακτική δηλαδή εφαρμογή των οραμάτων και των ελπίδων που έτρεφαν χιλιάδες επαναστάτες. Άλλωστε, η διχογνωμία των δύο ρευμάτων, του κομμουνιστικού και του αναρχικού, για τα «βήματα» της σοσιαλιστικής επανάστασης και για την αναγκαιότητα του προλεταριακού μεταβατικού κράτους συντέλεσε τελικά στην οριστική ρήξη των δύο τάσεων, με την αποπομπή του Μπακούνιν από τη Διεθνή το 1872. Καθώς όμως οι Μαρξ και Μπακούνιν επέδρασαν καθοριστικά στην επαναστατική σκέψη και πρακτική των χρόνων που ακολούθησαν, φθάνοντας μέχρι τις ημέρες μας, οι τότε αντιπαραθέσεις φωτίζουν ίσως τα σημερινά προβλήματα αλλά και τη μελλοντική προοπτική των επαναστατικών εγχειρημάτων. Αυτή είναι και η αξία του νέου βιβλίου του Γιώργου Ρούση, Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη.

Συνέχεια

Advertisements

Ο Μαρξ για τη θρησκεία και το κράτος

Ούτε ο Μαρξ γλύτωσε τα βέλη της κριτικής για αντισημιτισμό

Στο ακόμα επίκαιρο ερώτημα πώς θα απελευθερωθεί ο άνθρωπος από τα δεσμά της θρησκείας δίνει απάντηση ο Καρλ Μαρξ στο έργο του Για το εβραϊκό ζήτημα. Αφού μεσολάβησαν 78 χρόνια από την πρώτη του έκδοση στα Ελληνικά, το 1932, οι εκδόσεις Γκοβόστη προχώρησαν σε επανέκδοση του ιστορικού βιβλίου που πρωτοκυκλοφόρησε στη χώρα μας με πρόλογο γραμμένο από τον Αβραάμ Μπεναρόγια, τον εβραϊκής καταγωγής ηγέτη της Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη και έναν εκ των ιδρυτών του ΚΚΕ. Την επιμέλεια της επανέκδοσης ανέλαβε ο καθηγητής Γιώργος Ρούσης, ο οποίος με μια εισαγωγική μελέτη 130 σελίδων, αναλύει διεξοδικά το πλαίσιο εντός του οποίου γράφτηκε το βιβλίο του Μαρξ αλλά και τις σύγχρονες προεκτάσεις του.

Κατά την προσφιλή μέθοδο των «κλασικών», το Για το εβραϊκό ζήτημα, συνιστά απάντηση – κριτική στις δημοσιευμένες απόψεις ενός άλλου διανοούμενου για το ίδιο ζήτημα και συγκεκριμένα του Μπρούνο Μπάουερ. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς συνεργάτες του Καρλ Μαρξ κατά την περίοδο που εξέδιδε την Εφημερίδα του Ρήνου, με τον οποίο ήρθε σε ιδεολογική ρήξη το 1842, δύο χρόνια πριν τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου. Το Για το εβραϊκό ζήτημα συγκαταλέγεται στα λεγόμενα «πρώιμα» έργα του Μαρξ. Όπως σημειώνει ο Γ. Ρούσης, για το βιβλίο «αποτελεί συστατικό τμήμα στη διαμόρφωση του μαρξισμού, ενώ περιέχει ήδη και στοιχεία της ώριμης σκέψης του, μιας σκέψης η οποία παρά τα όποια άλματά της, δεν είναι δυνατόν να χωριστεί στεγανά σε νεανική και ώριμη».

Έναν αιώνα μετά τη δημοσίευσή του, το έργο αυτό του Μαρξ βρέθηκε δέχτηκε τα βέλη της κριτικής για αντισημιτισμό. Ορισμένες φράσεις του πρωτότυπου έδωσαν λαβή για μια σφοδρή επίθεση στο πρόσωπο του συγγραφέα, που ξεκίνησε το 1949 και έφτασε μέσω της διαστρέβλωσης να χαρακτηρίσει το έργο αυτό «προσκλητήριο φόνου, προσκλητήριο γενοκτονίας». Οι «ένοχες» φράσεις εντοπίζονται στο σημείο όπου ο Μαρξ τονίζει: «Ποια είναι η εγκόσμια λατρεία του εβραίου; Το εμπόριο. Ποιος ο γήινος θεός του; Το χρήμα». Όπως υποστηρίζει ο Γιώργος Ρούσης, «η επιλογή αυτή προκύπτει στον Μαρξ μέσα από την ιστορία των εβραίων και τον κοινωνικό τους ρόλο στη σύγχρονη του νεαρού Μαρξ κοινωνία, η οποία γενικεύει και καθιστά κυρίαρχες αξίες τα χαρακτηριστικά που αποδίδει στον εβραίο τύπο και όχι βεβαίως σε όλους τους εβραίους».

Το ανάθεμα του αντισημιτισμού, που δεν απέφυγε ούτε και ο Σαίξπηρ, με τον Έμπορο της Βενετίας και το πρωταγωνιστικό πρόσωπο Σάιλοκ, έπεσε για τους ίδιους λόγους και στον Μαρξ. Όπως ο σαιξπηρικός ήρωας, που είναι εβραίος τοκογλύφος, έτσι και ο εβραίος του Μαρξ, χρησιμοποιείται ως τύπος ανθρώπου, με αφορμή το γεγονός ότι τα χρόνια συγγραφής του έργου το 90% του συνόλου της κοινότητας αυτής ασχολούνταν με το εμπόριο ή τη μεσιτεία. Άλλωστε, το κείμενο του Μαρξ είναι σαφές στις προθέσεις του: «Ο ιουδαϊσμός διατηρήθηκε όχι παρά τη θέληση της ιστορίας, αλλά μέσον της ιστορίας. Η αστική κοινωνία γεννά αδιάκοπα τον εβραίο μέσα απ’ τα βάθη των δικών της σωθικών […] Το χρήμα είναι ο ζηλότυπος θεός του Ισραήλ, μπρος στον οποίο κανένας άλλος θεός δεν πρέπει να υπάρχει. Το χρήμα εξευτελίζει όλους τους θεούς του ανθρώπου και τους μεταβάλλει σε εμπόρευμα». Έπειτα ο Μαρξ υπογραμμίζει: «Μια κοινωνική οργάνωση τέτοια που να καταργούσε τους απαραίτητους όρους της εμπορικής συναλλαγής και επομένως τη δυνατότητα της συναλλαγής θα καθιστούσε αδύνατη την ύπαρξη του εβραίου. Η θρησκευτική συνείδηση του εβραίου θα χανόταν σαν αέρας μέσα στην αληθινή ατμόσφαιρα της κοινωνίας».

Το σημαντικότερο επιχείρημα πάντως εναντίον των κατηγοριών που δέχτηκε ο Μαρξ είναι ότι το βιβλίο του αυτό συνιστά απάντηση στον αντισημιτισμό του Μπάουερ. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η φύση του εβραίου είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό, ενώ η ομάδα αυτή αντιμετωπίζεται ανεξάρτητα από την ιστορική εξέλιξη. Η κριτική του Μαρξ στις θέσεις αυτές είναι ότι οι εβραίοι αποτελούν μια κοινότητα που είναι προϊόν της ιστορίας.

Μια ακόμη σημαντική συμβολή του έργου αυτού του Μαρξ είναι το γεγονός ότι με αφορμή το εβραϊκό ζήτημα διατυπώνει μια οξεία κριτική στο αστικό κράτος και τις ελευθερίες που αυτό διασφαλίζει. Τη λαβή για την κριτική αυτή τη δίνει ο Μπάουερ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η χειραφέτηση των εβραίων θα διασφαλιστεί αν τα αστικά κράτη αποβάλλουν τις θρησκευτικές τους προκαταλήψεις έναντι της ομάδας αυτής. Τι διασφαλίζει όμως το αστικό κράτος στην πιο ριζοσπαστική του μορφή, όπως διατυπώθηκε στο γαλλικό σύνταγμα του 1793; Τα δικαιώματα της ισότητας, της ελευθερίας, της ασφάλειας και της ιδιοκτησίας. Η ελευθερία, σε έναν ορισμό που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας, είναι η εξουσία να κάνει κανείς ό,τι δεν βλάπτει τα δικαιώματα του άλλου. «Τα όρια μέσα στα οποία ο καθένας μπορεί να κινηθεί χωρίς να βλάψει τον άλλο, έχουν καθορισθεί με νόμο, όπως τα όρια δύο αγρών έχουν επισημανθεί με παλούκια», σχολιάζει ο Μαρξ, καυτηριάζοντας τον περιοριστικό αυτό ορισμό που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν απομονωμένη μονάδα. Ο ορισμός αυτός καταλήγει ότι η πρακτική εφαρμογή του δικαιώματος της ελευθερίας είναι το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Που με τη σειρά του συμπληρώνεται απαραίτητα από το διακαιώματα της ασφάλειας, την «υψηλότερη κοινωνική έννοια της αστικής κοινωνίας, η έννοια της αστυνομίας». Στην πρωτότυπη και αιρετική για την εποχή της ανάλυση αυτή, ο Μαρξ καταλήγει σημειώνοντας ότι «κανένα από τα υποτιθέμενα δικαιώματα του ανθρώπου δεν ξεπερνά τον εγωιστή άνθρωπο […] διπλωμένο στον εαυτό του, με μοναδική απασχόληση την εξυπηρέτηση του προσωπικού του συμφέροντος και την ικανοποίηση των γούστων του».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 26-9-2010)