Θέσεις και αντι-θέσεις ενόψει Συνεδρίου ΣΥΡΙΖΑ

12757768.limghandlerΠάλης ξεκίνημα για τις πολιτικές αποφάσεις του «ιδρυτικού» Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ σήμανε η δημοσιοποίηση των θέσεων και των προτεινόμενων τροποποιήσεων. Εκτός από την ηγεσία, που έχει βάλει τη σφραγίδα της στη διαμόρφωση της πολιτικής και οργανωτικής μορφής του κόμματος με την καθημερινή της δραστηριότητα τους μήνες μετά τις εκλογές, όλα τα ρεύματα απόψεων εντός του ΣΥΡΙΖΑ τοποθετήθηκαν ανοιχτά, ενόψει των συνεδριακών διαδικασιών που θα είναι και οι αποφασιστικές.

Στις τροπολογίες κρίνεται η πολιτική φυσιογνωμία του νέου φορέα

Η αντιπαράθεση αφορά τα λιγότερο ή περισσότερο γνωστά πεδία από το προηγούμενο διάστημα ως προς το πολιτικό σκέλος της συζήτησης: Πολιτικές πρωτοβουλίες ως προς το χρέος και τη διαπραγμάτευση με την τρόικα, στάση έναντι του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του ευρώ, πολιτικές συμμαχίες. Φυσικά συζητείται και η οργανωτική φυσιογνωμία με την κατάρτιση του καταστατικού. Χαρακτηριστική της αντιπαράθεσης είναι η τοποθέτηση της Αριστερής Πλατφόρμας που κάνει λόγο για ανάγκη ενός «δεύτερου κύματος ριζοσπαστικοποίησης, πολιτικής, προγραμματικής, κινηματικής και ιδεολογικής» και δηλώνει πως είναι ξένος για το ΣΥΡΙΖΑ «ο συμβιβασμός και οι γέφυρες με τις δυνάμεις του συστήματος για να κερδίσουμε την ανοχή ή τη συναίνεσή τους». Η Αριστερή Πλατφόρμα διαπιστώνει την αποστασιοποίηση του κόμματος από τις κινηματικές διεργασίες και επισημαίνει ότι «ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ρόλος κυανόκρανου παρατηρητή ή έξωθεν σχολιαστή των κοινωνικών αντιδράσεων και κοινωνικών αγώνων».

Ως προς τα ευρωπαϊκά και το κοινό νόμισμα γίνεται και η μεγαλύτερη συζήτηση. «Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι δεν θα υποκύψουμε σε εκβιασμούς και τελεσίγραφα που θα ακυρώνουν την εξαγγελθείσα πολιτική μας και τις προσδοκίες του ελληνικού λαού», αναφέρει κάπως αόριστα η σχετική τροπολογία που κατέθεσε ο Νέος Αγωνιστής και το Δίκτυο Αριστερών Σοσιαλιστών. «Η ΕΕ αποδείχθηκε θεσμός ισχυροποίησης των ισχυρών σε βάρος των ασθενέστερων», διαπιστώνει με δική της προσθήκη η Μαρία Φραγκιαδάκη. Η νέα «Κομμουνιστική Τάση» στον ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι ενδεχόμενη έξοδος από το ευρώ «πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού θα έχει ολέθρια αποτελέσματα για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα», την ίδια στιγμή που διαπιστώνει «συντηρητική μετατόπιση της ηγεσίας».

Πιο ολοκληρωμένα, η τροπολογία της Αριστερής Πλατφόρμας υπογραμμίζει την ανάγκη «για ένα όχι μέχρι το τέλος στην τρόικα, τα μνημόνια και τους εκβιασμούς», υπογραμμίζει ότι «τόσο η ευρωζώνη όσο και η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζονται ούτε επαναθεμελιώνονται αλλά μόνο ανατρέπονται» και σημειώνει ότι ενδεχόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να προετοιμαστεί για την «αναπόφευκτη σύγκρουση με την ευρωζώνη του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, περιλαμβανομένης, αν χρειαστεί, και της εξόδου από την ευρωζώνη». Όπως συμπληρώνει, «η θέση καμιά θυσία για το ευρώ δεν είναι επαρκής και πρέπει να συμπληρωθεί».

Διαφωνία εντοπίζεται όμως και στο κεντρικό ζήτημα των προγραμματικών στόχων του κόμματος. Οι θέσεις της πλειοψηφίας απαριθμούν ως δεσμεύσεις: Πρώτον, να δημιουργήσει «ασπίδα κοινωνικής προστασίας που θα αποσοβήσει την ανθρωπιστική καταστροφή», δεύτερον, να ακυρώσει «τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς τους νόμους στη Βουλή όπου ψηφίστηκαν», τρίτον, «να επαναδιαπραγματευτούμε τις δανειακές συμβάσεις και να ακυρώσουμε τους επαχθείς όρους τους με βασικό δεδομένο ότι το ζήτημα του δημοσίου χρέους συνιστά πανευρωπαϊκό και όχι στενά ελληνικό πρόβλημα». Οι «δεσμεύσεις» συμπληρώνονται από το τέταρτο σημείο, «να επιτύχουμε μια αποτελεσματική και κοινωνικά δίκαιη αντιμετώπιση των ελλειμμάτων». Στον αντίποδα, η Αριστερή Πλατφόρμα κατέθεσε μεταξύ άλλων τους εξής πέντε προγραμματικούς στόχους: Διαγραφή του ελληνικού κρατικού χρέους, ακύρωση – κατάργηση των δανειακών συμβάσεων, εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών, τέλος στις ιδιωτικοποιήσεις και εργατικό και κοινωνικό έλεγχο στην παραγωγή και το κράτος.

Παρεμφερείς αναζητήσεις έχει και η ΑΝΑΣΑ (ΑΚΟΑ, ΡΟΖΑ, Οικοσοσιαλιστές και τμήμα του Κόκκινου) που ως προγραμματικές αιχμές προκρίνει την «άμεση ακύρωση των μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων, καταγγελία των δανειακών συμβάσεων», την «αναστολή πληρωμών στους τόκους του δημόσιου χρέους, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του» και την «εθνικοποίηση των τραπεζών». Σύνεδροι, τέλος, που πρόσκεινται στην ΚΟΕ, κατέθεσαν ένα κείμενο συμβολής όπου χωρίς αιχμές πάνω στα υπό συζήτηση θέματα, τονίζεται η πρόταση για μια «νέα, λαϊκή, δημοκρατική και ριζοσπαστική μεταπολίτευση», συστήνεται η «συγκεκριμένη συνεργασία-συμμαχία και ενεργητική πολιτική του Νότου ενάντια στην γερμανική Ευρώπη» και υπογραμμίζεται η θέση για μια «αριστερή κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας».

Τέλος, ξεχωρίζει η πρόταση της Αριστερής Πλατφόρμας για ένα «αριστερό πολιτικοκοινωνικό μέτωπο», όπου προτείνεται «μια συνεργασία και συμπόρευση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς, κατά πρώτο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ» αλλά και «με άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και της ριζοσπαστικής αντισυστημικής οικολογίας».

 (Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 2/6/2103)

Advertisements

ΣΥΡΙΖΑ: Από την ανανέωση στην αναπαλαίωση

N-pI4OjESSyW5OL7AnenxQΗ διαφωνία για το μέλλον και την ύπαρξη των συνιστωσών αποκαλύπτει το εύρος της πολιτικής και προγραμματικής μετάλλαξης που επιχειρεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ενόψει της ανάληψης διακυβέρνησης. Αναμένοντας το χρίσμα του «πρωθυπουργήσιμου», ο Αλέξης Τσίπρας κολακεύει κοινωνικές ομάδες με επιρροή, ελλείψει όμως της παρέμβασης του λαϊκού κινήματος, απομακρύνεται τόσο η προοπτική της εξουσίας όσο και μια αριστερή στροφή. 

Το οργανωτικό είναι πολιτικό

Μείζονα αλλαγή φυσιογνωμίας για τον ΣΥΡΙΖΑ μεθοδεύει ο Συνασπισμός μέσω της διάχυσής του στο συμμαχικό σχήμα, με παράλληλη διάλυση των συνιστωσών και μετατροπή τους σε άτυπα ρεύματα ή τάσεις. Κι αυτό γιατί ανατρέπεται άρδην η πολυφωνική, πολυτασική ισορροπία που ίσχυε μέχρι σήμερα και εξασφάλιζε μεν πολιτική ηγεμονία στη μεγαλύτερη συνιστώσα, ωστόσο άφηνε πολιτικό χώρο και στις μικρότερες οργανώσεις. Το πόσο πολιτικές είναι οργανωτικές αλλαγές που δρομολογούνται φαίνεται από την ίδια την ιστορία του σχήματος:

Στις βουλευτικές εκλογές του 2004, με αρχηγό τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, όταν μορφοποιήθηκε για πρώτη φορά ο ΣΥΡΙΖΑ, οι έξι βουλευτές του κόμματος προέρχονταν αποκλειστικά από τον Συνασπισμό, παρόλο που υπήρχε συμφωνία για αντιπροσωπευτική συμμετοχή. Αυτή ήταν και η πρώτη «βόμβα» στα θεμέλια του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς η καχυποψία για τα συμμαχικά ήθη του ΣΥΝ έφτασε στο σημείο ο ΣΥΡΙΖΑ να …εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη στις ευρωεκλογές που ακολούθησαν τρεις μήνες μετά, όταν κατέβηκε αυτόνομα ο Συνασπισμός (συγκεντρώνοντας τελικά 4%). Η επανενεργοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Αλέκο Αλαβάνο στο τιμόνι του Συνασπισμού, έφερε 5,04% στις βουλευτικές εκλογές του 2007 (έναντι 3,26% το 2004) όμως βασίστηκε σε άλλες αρχές: Κατ’ αρχάς σε πολιτικό επίπεδο πραγματοποιήθηκε σαφής αριστερή στροφή, που εσωκομματικά εκφράστηκε από την πλειοψηφία του Αριστερού Ρεύματος στο κόμμα. Πλευρά της στροφής αυτής σε οργανωτικό επίπεδο ήταν θερμότερη επαφή και συνεργασία με τις μικρές αριστερές δυνάμεις. Οι συνιστώσες απέκτησαν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση με την εγγύηση του Συνασπισμού, αφού στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας τοποθετήθηκε ο ιστορικός ηγέτης της ΑΚΟΑ, Γιάννης Μπανιάς, και στις περιφέρειες Α’ Πειραιά και Α’ Αθήνας, έγινε στοχευμένη σταυροδοσία για την ανάδειξη συμμάχων (Δρίτσας και Κοροβέσης αντίστοιχα).

Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ της πολυφωνίας και των συνιστωσών που έφτασε τον Ιούνιο του 2102 στο 26,89%. Ακόμη κι αν αριθμητικά η στήριξη των μελών, των φίλων και των οπαδών που έχουν οι μικρότερες συνιστώσες δεν μετρά όσο αυτή του Συνασπισμού, οι 1.655.086 ψήφοι του Ιουνίου, όπως και τα παλιότερα μικρότερα ποσοστά της συμμαχίας, οφείλονταν μεταξύ άλλων και στον ενωτικό, μετωπικό χαρακτήρα που προσέδιδε στο σχήμα η συμμαχική του μορφή. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που διατυπώνουν την εκτίμηση ότι αν ήταν δυσανάλογη η προσφορά των συνιστωσών σε σχέση με το μέγεθός τους, ομοίως δυσανάλογη στην επίπτωσή της θα είναι και τυχόν αποχώρησή τους. Μετά την τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, το ενδεχόμενο φυγόκεντρων δυνάμεων είναι πλέον ανοιχτό, αφού διαπιστώθηκε διάσταση απόψεων που παραπέμφθηκε προς λύση στο ερχόμενο Συνέδριο του Ιουλίου.

Στον ΣΥΡΙΖΑ αναβιώνει ο αρχηγισμός και η δημοκρατία της επιβολής των μηχανισμών

 Ανανέωση ήταν η λέξη σφραγίδα που χαρακτήρισε το ιστορικό ιδεολογικό ρεύμα που σήμερα εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Κάποτε η «ανανέωση» χρησιμοποιούταν απέναντι στο λεγόμενο «δόγμα», όπως χλευαστικά χαρακτηριζόταν το ΚΚΕ. Πιο βαθιά, το εγχείρημα της ανανεωτικής Αριστεράς κατευθυνόταν σε έναν τρίτο δρόμο, σε διάκριση με το τριτοδιεθνιστικό μοντέλο από τη μία μεριά και τη σοσιαλδημοκρατία από την άλλη, με πίστη στον ειρηνικό δρόμο των σταδιακών μεταρρυθμίσεων προς το σοσιαλισμό και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αν πάντως ευοδωθούν τα σχέδια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στην προοπτική δημιουργίας ενός νέου φορέα ή όπως γλαφυρά το έθεσε εκ νέου αυτή την εβδομάδα ο Γιάννης Μπαλάφας, μιας «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης της Αριστεράς», τότε δεν θα μιλάμε για ανανέωση της Αριστεράς, αλλά για «αναπαλαίωση» ενός δοκιμασμένου μοντέλου: Αυτού που βασίζεται στον αρχηγισμό αστικού τύπου και στη δημοκρατία της εσωκομματικής επιβολής των μηχανισμών, τουλάχιστον για το οργανωτικό κομμάτι.

Την αρχή έκανε ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό του κόμματος, δύο εβδομάδες σχεδόν πριν αρχίσει η κρίσιμη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ. Φυσικό ήταν μετά από την πρότασή του για αυτοδιάλυση των συνιστωσών, με πρώτο τον Συνασπισμό, και κατάργηση του συστήματος της λίστας για την εκλογή των οργάνων, να μονοπωλήσει τη συζήτηση η προοπτική της βίαιης μεταμόρφωσης του ΣΥΡΙΖΑ. Την καθαρότερη αντίρρηση στο σχέδιο αυτό προέβαλλε η ΔΕΑ εντός της συνεδρίασης: «Δεν πρόκειται να αυτοδιαλυθούμε, η ΔΕΑ δεν θα πειθαρχήσει σε μια τέτοια απόφαση», είπε μιλώντας στο Πριν, στο στέλεχος της οργάνωσης, Αντώνης Νταβανέλλος. «Θα πρέπει να μας πετάξουν έξω για να φύγουμε», σημείωσε, τονίζοντας ότι «οι στρατηγικές διαφορές των συνιστωσών δεν έχουν εξαφανιστεί» για να καταργηθούν οι οργανώσεις. Αυτό το Σαββατοκύριακο άλλωστε, η ΔΕΑ πραγματοποιεί έκτακτη Συνδιάσκεψη για τον καθορισμό της στάσης της στο εξής.

Ενόψει της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής του Σαββατοκύριακου, σε μια κοινή σκληρή δήλωση προέβησαν οι εκπρόσωποι των συνιστωσών ΕΔΗΚ, Ενεργοί Πολίτες, ΚΕΔΑ, ΔΗΚΚΙ και Ριζοσπαστική Οικολογική Αριστερά: «Προωθεί ιδέες και θέσεις που πλήττουν ανεπανόρθωτα την συνοχή του ενωτικού εγχειρήματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά και πλήττουν καίρια την ίδια τη δημοκρατία και την πλουραλιστική έκφραση στα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ», έγραψαν για τον Αλέξη Τσίπρα, ενώ προειδοποίησαν ότι «η παραβίαση των δημοκρατικών αρχών ποτέ δεν συνδυάστηκε με αριστερή πολιτική διέξοδο στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα λαϊκά στρώματα», αντιθέτως «μια τέτοια πορεία μάλλον προς δεξιά διαχείριση θα κατευθυνθεί και όχι προς αριστερή και μάλιστα ριζοσπαστική».

Το Αριστερό Ρεύμα στον Συνασπισμό, αν και αποφεύγοντας οξείς τόνους, με σαφήνεια κάλυψε πολιτικά το διάβημα των συνιστωσών. «Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να γίνει ένα κόμμα σαν όλα τα άλλα, ούτε αρχηγικό, ούτε μονολιθικό», είπε χωρίς περιστροφές ο Παναγιώτης Λαφαζάνης στην Κεντρική Επιτροπή, καυτηριάζοντας την επιλογή της ηγεσίας να κυνηγά έναν «υποτιθέμενο εσωκομματικό αντίπαλο στις συνιστώσες, τις λίστες ή τις τάσεις». Με άρθρο του στην Αυγή της προηγούμενης Κυριακής, σαφής ήταν και ο Δημήτρης Στρατούλης: «Η μεγάλη πολιτική τομή, η οποία έγινε από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον οδήγησε σε εκτίναξη των εκλογικών ποσοστών του, ήταν και είναι η πρότασή του για κυβέρνηση των συμπαραταγμένων δυνάμεων της Αριστεράς», έγραψε, υπογραμμίζοντας: «Σε αυτή την ενωτική πολιτική πρέπει να επιμείνουμε χωρίς ταλαντεύσεις».

Στον αντίποδα αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η ΚΟΕ. Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη που παραχώρησε το ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης, Ρούντι Ρινάλντι, στο ραδιοφωνικό Σκάι, χαρακτήρισε «αναγκαία» τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ, τόνισε ότι «η υπαρκτή πολυφωνία πρέπει να γίνει πιο συνεκτικός πολιτικός λόγος» και εξήγησε ως επικεφαλής της Επιτροπής που επεξεργάζεται το νέο καταστατικό ότι «προσπαθούμε να βρούμε τρόπο … με όλες εκείνες τις μεταβατικές διατάξεις που θα μπορούσαν να αφομοιώσουν τις διαφορετικές καταστάσεις που υπάρχουν στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τώρα στην πορεία προς ένα ενιαίο κόμμα».

Σε στάση αναμονής πάντως βρίσκεται ο ίδιος ο Συνασπισμός, μετρώντας τις αντιδράσεις και επιφυλασσόμενος για τη συνέχεια. Οι άνθρωποι της Κουμουνδούρου παραπέμπουν τώρα στις ψηφοφορίες που θα γίνουν στο Συνέδριο για τη λύση των επίμαχων θεμάτων, ωστόσο με δεδομένη την οργανωτική υπεροπλία του Συνασπισμού αλλά και το δυσανάλογο πολιτικό βάρος που έχει αποκτήσει η ηγεσία του κόμματος, το θέμα είναι πόσο μακριά προτίθεται να τραβήξει τη σύγκρουση με τους «μικρούς». «Έχει πολλές πτυχές και επίπεδα η άρνηση των συνιστωσών», εκτίμησε μιλώντας στο Πριν, ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Πάνος Σκουρλέτης, αφήνοντας ένα «παράθυρο» από τώρα ότι δεν θα οδηγηθεί η σύγκρουση στα άκρα, τουλάχιστον «αν αποδέχεται κανείς ότι πολιτικό κέντρο είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και τα όργανά του». Έκανε λόγο για «περίοδο προσαρμογής λίγων μηνών, το πολύ μέχρι το τέλος του χρόνου», για να ωριμάσουν και να γίνουν πράξη οι συνεδριακές αποφάσεις. «Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε τα δικά του στρατηγικά και ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά», σημείωσε, αναγνωρίζοντας ότι «η προσπάθεια του Συνασπισμού συνεχίζεται μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ».

Έχοντας στέρεη πεποίθηση ότι θα ελέγχει πλήρως το εσωκομματικό πεδίο στη μετά ΣΥΝ εποχή, η Κουμουνδούρου προχωρά την Κυριακή 16 Ιουνίου στη διεξαγωγή του Διαρκούς Συνεδρίου με μόνο θέμα ημερήσιας διάταξης την αυτοδιάλυση του κόμματος. Η πλειοψηφία της Πολιτικής Γραμματείας εκτίμησε σε συνεδρίασή της ότι ο ιστορικός κύκλος του ΣΥΝ έκλεισε, επομένως η αυτοδιάλυση της ισχυρής συνιστώσας θα δώσει το παράδειγμα και στους υπόλοιπους για να θέσουν σε στέρεες βάσεις το νέο κοινό εγχείρημα. «Υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες, το κόμμα δεν είναι έτοιμο για τόσο βιαστικές κινήσεις», υποστήριξαν τα μέλη του Αριστερού Ρεύματος, που πρότειναν τη μετάθεση του Διαρκούς Συνεδρίου μετά από τις διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ, για να μην εκληφθεί η κίνηση του Συνασπισμού ως εκβιαστική προς τους υπόλοιπους συμμάχους.

Η ενοποίηση όμως που προτείνει ή επιθυμεί να επιβάλει ο Συνασπισμός φτάνει και σε βαθύτερο επίπεδο, αφού διά στόματος Αλέξη Τσίπρα, προτάθηκε η κατάργηση του συστήματος της λίστας, δηλαδή των χωριστών ψηφοδελτίων ανά ρεύμα ή τάση για την εκλογή προσώπων στα όργανα του κόμματος. Και αυτό το μέτρο προτείνεται στο όνομα της ενιαίας εκφώνησης και του περιορισμού της πολυφωνίας. Με άλλα λόγια, στόχος είναι το στρίμωγμα των διαφωνούντων. Όπως ανέλυσε με άρθρο του στο rproject.gr ο Δημήτρης Μπελαντής, «η λίστα δεν είναι τίποτε άλλο από τη θεσμική εγγύηση των μελών του κόμματος να συγκροτούν διακριτά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα και τάσεις και να ζητούν την αναλογική τους εκπροσώπηση στα σώματα και στα όργανα». Ο νομικός μάλιστα θύμισε ότι «αυτό συνέβαινε και σε αμιγώς ιδεολογικά ενοποιημένα κόμματα (όπως οι Μπολσεβίκοι ως το 1921) και δεν υπάρχει κανείς λόγος να πάψει να υπάρχει σε ένα κόμμα πρωτίστως πολιτικής και δευτερευόντως ιδεολογικής ενότητας, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ».

Η ύπαρξη λίστας στην εκλογή των οργάνων ασφαλώς στοιχίζει τους συνέδρους πίσω από οργανωμένες απόψεις, παρόλο που στο τελευταίο συνέδριο του Συνασπισμού, μετά από πρόταση του Αριστερού Ρεύματος, υιοθετήθηκε η δυνατότητα σταυροδοσίας υποψηφίων και από άλλες λίστες. Στην πραγματικότητα, η διαμάχη γίνεται για να περιοριστεί η ισχύς της διαφωνούσας άποψης. Όπως το έθεσε γλαφυρά με άρθρο της στο iskra.gr η Σόφη Παπαδόγιαννη, η διαφωνούσα άποψη τελικώς δεν θα διατυπώνεται ποτέ, διότι «θα γνωρίζει εκ των προτέρων ότι την αναμένει η αδυναμία επιβίωσης και η πολιτική διοικητική εξόντωση της ίδιας και όσων την ασπάζονται από την εκάστοτε πλειοψηφία». Στο επίκεντρο της μεθόδευσης για την κατάργηση του θεσμού της λίστας βρίσκεται ασφαλώς το Αριστερό Ρεύμα και η εξ αυτού προερχόμενη σήμερα εσωκομματική αντιπολίτευση.

 Η συνταγή του Ανδρέα

Για «ατζέντα Κεδίκογλου» στον ΣΥΡΙΖΑ μιλούν εργατικά στελέχη

Με ένα προκλητικό πρωτοσέλιδο τίτλο κυκλοφόρησε την Κυριακή 12 Μαΐου η εφημερίδα Το Παρόν: «Γίνε Ανδρέας λένε στον Τσίπρα» είχε στην πρώτη της σελίδα το φύλλο, με το εσωτερικό ρεπορτάζ να αναφέρει ότι πληθαίνουν οι φωνές εντός ΣΥΡΙΖΑ που ζητούν να επαναλάβει ο Αλέξης Τσίπρας την τακτική του Παπανδρέου το 1977, όταν εκκαθάρισε την αριστερή αντιπολίτευση του νεοσύστατου ακόμα ΠΑΣΟΚ, δείχνοντας την πόρτα της εξόδου σε ιστορικά στελέχη του ΠΑΚ, μεταξύ άλλων στους Σάκη Καράγιωργα και Νίκο Κωνσταντόπουλο. «Η πολυφωνία, οι απόψεις που κινούνται από τη μια άκρη στην άλλη θολώνοντας την εικόνα, η έλλειψη ενιαίας γραμμής φέρνουν ως αποτέλεσμα τη σύγχυση και την ανασφάλεια, την έλλειψη σιγουριάς και εμπιστοσύνης», σημειώνει ο (ανώνυμος) αρθρογράφος, υποδεικνύοντας την οδό της σκληρής στάσης.

Η πραγματικότητα όμως λέει ότι ακριβώς αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ, της πολυφωνίας, των αντιμαχόμενων τάσεων και των δημόσιων διαφωνιών αντί να σπείρει τη σύγχυση όπως εκτιμούν κάποιοι, έφερε πρωτοφανή συσπείρωση, εκτινάσσοντας το ποσοστό του συνδυασμού στις διπλές εκλογές του 2012. Με μια λακωνική αλλά καίρια δήλωσή του, το ιστορικό στέλεχος του χώρου, Μανώλης Γλέζος, έθεσε το ζήτημα παραστατικά: «Όποιος επιχειρεί να αλλοιώσει το πολιτικό σχήμα που κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού στις εκλογές, ενταφιάζει ό,τι δημιουργήσαμε». Κι όμως, δικαιολογώντας ο Αλέξης Τσίπρας τις πρωτοβουλίες του Συνασπισμού, τις απέδωσε ακριβώς στη «λαϊκή εντολή» που πήρε το κόμμα στις εκλογές!

Η αλήθεια είναι ότι την εσωκομματική ατζέντα της ενιαιοποίησης και της συγκεντρωτικής ηγεσίας επέβαλλαν τα μέσα ενημέρωσης αλλά και ένα συντηρητικό στρώμα ψηφοφόρων που θέλουν από τον ΣΥΡΙΖΑ να αντιγράψει τα αστικά πρότυπα πολιτικής εκπροσώπησης. Το έγραψε πολύ εύστοχα ο Γιώργος Παπανικολάου, μέλος της ΚΠΕ και αντιπρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Κυκλάδων: «Το πώς θα απαντηθούν τα ερωτήματα που καθημερινά μπαίνουν από το σύστημα προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτά έγιναν οι προτεραιότητές μας», για να ζητήσει καταλήγοντας «συνέδριο με ατζέντα που βάζει ο λαός λοιπόν και όχι με ατζέντα Κεδίκογλου».

Αυτό το σημείο καμπής περιέγραψε με άρθρο του στο enikos.gr και ο Στάθης: Όταν ένα αριστερό κόμμα, γράφει, εκτιμήσει ότι έχει φτάσει στο όριο του παραδοσιακού του ακροατηρίου, «για να πείσει το υπόλοιπον, κεντρώους, δεξιούς ή ό,τι άλλο, θα πρέπει πλέον να στρογγυλέψει τα πράγματα, να τους μιλήσει τη γλώσσα τους ώστε να τους κερδίσει». Εκεί λοιπόν έρχεται στιγμή όπου «τα αριστερά ριζοσπαστικά κόμματα χάνουν το παιγνίδι. Και μετά τον εαυτόν τους»…

 

Προγραμματική αναδίπλωση

Ου γαρ έρχεται μόνη η οργανωτική μετάλλαξη. Το σχέδιο για τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι πρωτίστως πολιτικό και προγραμματικό, γεγονός που αντανακλάται διαρκώς στις παρεμβάσεις της ηγεσίας. Μετά τον ΣΕΒ, η εκστρατεία κολακείας της αστικής τάξης και των δυναμικών τμημάτων της που ο Αλέξης Τσίπρας εκτιμά ότι μπορεί να του χαρίσουν πόντους στην κούρσα του προς το Μέγαρο Μαξίμου, ήρθε η ΓΣΕΒΕΕ την Τρίτη. Στους μικρούς επιχειρηματίες και βιοτέχνες, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έταξε χάρισμα χρεών: «Προτείνουμε η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών να συνοδευτεί με ένα νέο πρόγραμμα μερικής διαγραφής δανείων και σε νοικοκυριά αλλά και σε επιχειρήσεις, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος προκειμένου να τονωθεί η αγορά», είπε χαρακτηριστικά. Και κηρύσσοντας εκ νέου την ταξική συμφιλίωση σαν αντίδοτο, τόνισε ότι το κόμμα του στηρίζει τη «συμμαχία της μισθωτής εργασίας με τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, διότι αυτή η συμμαχία είναι που μπορεί να μας βγάλει από την κρίση».

Δεν φάνηκε όμως το ίδιο γαλαντόμος με τους συνταξιούχους. Μια ημέρα νωρίτερα, σε κομματική συγκέντρωση στο Γκάζι για τους απόμαχους της δουλειάς, τους είπε κατά πρόσωπο ότι η κυβέρνησή του αποκλείεται να αποκαταστήσει τις συντάξεις τους στο ύψος τους προ των βάρβαρων μνημονιακών περικοπών. Συγκεκριμένα, μίλησε για «φρένο στις μειώσεις των συντάξεων, κύριων και επικουρικών», δεσμεύτηκε δηλαδή ότι απλώς δεν θα πάνε παρακάτω, ενώ εξήγγειλε τη «σταδιακή αποκατάστασή τους με βάση τους ρυθμούς ανάκαμψης της οικονομίας ξεκινώντας πρώτα απ’ όλα από τους χαμηλοσυνταξιούχους». Πρώτα δηλαδή θα ανέβει το ΑΕΠ (ζήσε Μάη μου…) και μετά θα αποκατασταθούν οι απολαβές των συνταξιούχων και μάλιστα σταδιακά και όχι …απότομα.

Το μόνο μέτωπο που έχει ανοίξει ο ΣΥΡΙΖΑ και οδηγείται σε μετωπική σύγκρουση με παραδοσιακά «τζάκια», είναι αυτό της ενημέρωσης. «Η τηλεόραση είναι η αιχμή του δόρατος της διαπλοκής, της ανομίας που τρέφει τη διαπλοκή», είπε ο Βασίλης Μουλόπουλος σε συνέντευξή του στο real.gr, αναφέροντας ως «πρώτη προτεραιότητα για τον ΣΥΡΙΖΑ» το «να σπάσει το μονοπωλιακό καθεστώς των τηλεοπτικών αδειών, την πλήρη ανομία που διατηρείται εδώ και 25 χρόνια από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ», εξαγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση του κόμματός του θα προχωρήσει «σε προκήρυξη αδειοδότησης των τηλεοπτικών αδειών από μηδενική βάση».

Τον κίνδυνο της ιστορικής παλινδρόμησης σε δεξιές και διαχειριστικές πολιτικές θέσεις επισημαίνουν κορυφαία στελέχη της εσωκομματικής αντιπολίτευσης: «ο ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να παίξει τον ιστορικό ρόλο του για μια προοδευτική διέξοδο από την κρίση με σοσιαλιστικό ορίζοντα, πρέπει να αποφύγει, στο όνομα της προσέγγισης της κυβερνητικής εξουσίας, οποιασδήποτε μορφής πολιτική και προγραμματική αναδίπλωση από τις δεσμεύσεις του έναντι του λαού», έγραψε ο Δημήτρης Στρατούλης στην Αυγή. Παράλληλα, ο Γιάννης Τόλιος, μέλος της επιτροπής που συντάσσει τις Θέσεις του ιδρυτικού Συνεδρίου επισήμανε με άρθρο στο iskra.gr το γεγονός ότι το ντοκουμέντο «παρά τις βελτιώσεις σε αρκετά σημεία (αναδιατυπώσεις και προσθήκες), στα επίδικα (πχ. ευρωπαϊκά), δεν υπήρξε, παρά τις σοβαρές εξελίξεις που είχαμε, καμιά προωθητική σύνθεση, ενώ σε ορισμένα σημεία έγιναν διατυπώσεις που βρίσκονται πίσω από το κείμενο της Διακήρυξης».

Είναι από όλα τα παραπάνω σαφές ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόζει τις θέσεις του κόμματος και εδραιώνει την πρωτοκαθεδρία της, με κριτήριο το πόσο «πρωθυπουργήσιμος» θα χαρακτηριστεί ο Αλέξη Τσίπρας από κύκλους με ευρύτερη επιρροή που ζητούν ένα κόμμα στα αστικά πρότυπα του παλιού δικομματισμού για την εξασφάλιση μιας εσωτερικής σταθερότητας. Γεγονός είναι όμως ότι ελλείψει μιας ηχηρής παρέμβασης του λαϊκού παράγοντα, η προοπτική εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ όλο και απομακρύνεται. Την ίδια στιγμή, είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη, η κινηματική νηνεμία, που επιτρέπει τη δεξιά στροφή.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 26/5/2013. Σκίτσο του Alfredo Martirena από το Cartoon movement)

Αποχαιρέτα τον, τον ΣΥΡΙΖΑ που χάνεις

1A452E171960809774B4E0CDA03503BDΣε τρία επίπεδα η πολιτική δραστηριότητα αυτής της εβδομάδας αποκάλυψε το οριστικό διαζύγιο του νέου ΣΥΡΙΖΑ από τη ριζοσπαστική κληρονομιά του ξεκινήματός του, την κινηματική και ενωτική φυσιογνωμία που σημάδεψε τη γέννησή του. Σε προγραμματικό επίπεδο, η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ έκανε ανεπίτρεπτα ανοίγματα στην επιχειρηματικότητα. Σε επίπεδο κοινωνικών συμμαχιών, η στάση του κόμματος στην απεργία των καθηγητών ταυτίστηκε με τις πιο συντηρητικές φωνές που ζητούσαν πρόωρη υπαναχώρηση. Και τέλος, σε οργανωτικό επίπεδο, χτίζεται ένα αρχηγικό κόμμα, περιφρουρημένο απέναντι στη διαφωνία και κυρίως, την αριστερή αναζήτηση.

Το τέλος της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας ενώπιον του ΣΕΒ

«Είμαστε προκαταβολικά χαμένοι αν παραμείνουμε στα χαρακώματα» είπε χαρακτηριστικά ο Δ. Δασκαλόπουλος, πρόεδρος του ΣΕΒ, προλογίζοντας τον Αλέξη Τσίπρα στο βήμα, ο οποίος δεν διέψευσε τις προσδοκίες της επιχειρηματικής τάξης. Διότι μπορεί μεν να δεσμεύτηκε εκ νέου ενώπιον των μελών του ΣΕΒ για αποκατάσταση του βασικού μισθού, όμως παράλληλα εκθείασε το ρόλο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας: Διασκευάζοντας την ιστορική ρήση του Λένιν «σοσιαλισμός ίσον σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός», σημείωσε ότι «ανάπτυξη ίσον δημοκρατία συν επενδύσεις». Μιλώντας για τη «μεταμνημονιακή εποχή», εξήγγειλε ότι η κυβέρνησή του θα βάλει τέλος στην αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αναλύοντας ότι «η στρατηγική μας υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, πιστεύουμε ότι όχι μόνο δε θα ζημιώσει αλλά, αντίθετα, μακροπρόθεσμα, θα ωφελήσει τον επιχειρηματικό κόσμο». Σε αυτόν τον αρμονικό κόσμο της συνεργασίας των κοινωνικών τάξεων, υπάρχει χώρος για την «υγιή επιχειρηματικότητα», για την «ιδιωτική πρωτοβουλία των παραγωγικών επενδύσεων» και όχι για την «πειρατική πρωτοβουλία που έρχεται να λεηλατήσει τους λιγοστούς πόρους μιας ασθενούς οικονομίας». Κατακλείδα σε αυτή την επιχείρηση γοητείας της επιχειρηματικής τάξης ήταν η υπόσχεση για …χάρισμα χρεών. Για πρώτη ίσως φορά δημοσίως ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ μίλησε για «σχέδιο νέας σεισάχθειας» που θα αφορά όχι τους μικρομεσαίους, αλλά αορίστως τις «παραγωγικές επιχειρήσεις». Δεν ήταν λοιπόν άνευ αντικειμένου η αναγνώριση από τον πρόεδρο του ΣΕΒ ότι «ο ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ είναι χρήσιμος και ευπρόσδεκτος»…

Φυσικά και είναι ευπρόσδεκτος από τους επιχειρηματίες ένας ριζοσπαστισμός όπως αυτός των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στην εκπαίδευση. Η γραμματεία των Συνεργαζόμενων Εκπαιδευτικών Κινήσεων της κομματικής παράταξης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με ανακοίνωσή της το Σάββατο εξήγησε ως εξής γιατί ψήφισε μαζί με ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ την αναστολή των κινητοποιήσεων των καθηγητών, ακόμη και μετά τις συντριπτικές αποφάσεις των ΕΛΜΕ υπέρ της συνέχισης του αγώνα: «Με αίσθημα ευθύνης, συνεκτιμώντας τη γενικότερη κατάσταση στον κλάδο, στο συνδικαλιστικό κίνημα και την κοινωνία, υποστήριξαν την άποψη ότι δεν έχουν διαμορφωθεί ο όροι και οι προϋποθέσεις για να πάμε στην κρίσιμη και αποφασιστική σύγκρουση», γράφουν. Βέβαια, το σύνθημα της υποχώρησης είχε δώσει ήδη από το πρωί της Δευτέρας ο Αλέξης Τσίπρας, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ραδιοσταθμό Κόκκινο. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Κώστα Αρβανίτη, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ σημείωσε ότι ναι μεν υποστηρίζει «τα αιτήματα» των καθηγητών, όμως «είναι αναφαίρετο δικαίωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων να καθορίζουν τον τρόπο πάλης», αρνούμενος να πάρει θέση και κατ’ αυτόν τον πλάγιο τρόπο να υποστηρίξει την απεργία. Προφανώς, πρόκειται για επιλογή που έγινε με κριτήρια δημοσκοπήσεων και με οδηγό τη φυσιογνωμία και τις κοινωνικές συμμαχίες που επιδιώκει σήμερα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Άλλωστε, το συντηρητικό αίτημα μερίδας της «κοινής γνώμης» για συγκεντρωτική ηγεσία και παύση της πολυφωνίας υπηρετεί μεθοδικά ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ στο οργανωτικό κομμάτι ανασυγκρότησης της συμμαχίας. Το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει γήπεδο Τάε Κβον Ντο το πενθήμερο 10-14 Ιουλίου, όπου πρόταση του Αλέξη Τσίπρα και του Συνασπισμού είναι η κατάργηση των συνιστωσών ως κομμάτων και η κατάργηση των λιστών ως χωριστών ψηφοδελτίων για τα όργανα. Στην εικοσαετή πορεία του, ο ΣΥΝ βάσιζε το οργανωτικό του μοντέλο στην ύπαρξη τάσεων, που εξασφάλιζαν την εκπροσώπησή τους στα ηγετικά κλιμάκια με χωριστά ψηφοδέλτια, που κατέγραφαν χωριστά ποσοστά. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργούσε στη βάση ισονομίας των συνιστωσών μελών του, που εξασφάλιζε επί της ουσίας την εσωτερική δημοκρατία. Αυτό για παράδειγμα αντανακλάται στην επιλογή εκπροσώπου της συνιστώσας «Ρόζα», για τη θέση του συντονιστή της Γραμματείας μέχρι σήμερα.

Τόσο για τα πολιτικά επίδικα όσο και για τα οργανωτικά, αυτή την εβδομάδα ξεκινά ο διάλογος και συγκεκριμένα από την Πέμπτη 23 Μαΐου, που θα δοθούν στη δημοσιότητα όλα τα προσυνεδριακά κείμενα. Το συνέδριο θα κληθεί να λάβει πολιτική απόφαση, να εγκρίνει καταστατικό και να εκλέξει νέα ηγεσία.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 19-5-2013)

Ημερολόγια χαλασμένης μοτοσικλέτας

Solanas 3Στο «Λεξικό των κινημάτων αμφισβήτησης του 20ού αιώνα» (Ο αιώνας των ανατροπών, εκδόσεις Οξύ) η ενότητα της Νότιας Αμερικής έχει 13 λήμματα. Στη μεγάλη του περιοδεία στην Αργεντινή και τη Βραζιλία, ο Αλέξης Τσίπρας δεν επικοινώνησε καθόλου με αυτή τη ριζοσπαστική παράδοση αγώνων των λαών, με μοναδική εξαίρεση ίσως τη συνάντησή του με μια εκπρόσωπο των «Μητέρων της πλατείας του Μάη» στην Αργεντινή. Αν όλο το νόημα του ταξιδιού ήταν ο συμβολισμός του, ο εναλλακτικός προσανατολισμός μιας εξωτερικής πολιτικής συμμαχιών εκτός του ευρωπαϊκού τόξου, σε επικοινωνία με την ζωντανή αγωνιστική ιστορία των εργαζομένων, τότε ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ πέρασε αλλά δεν ακούμπησε.

Οι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματούχοι τους οποίους συνάντησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έχουν φυσικά υιοθετήσει από την παραμονή τους σε θέσεις εξουσίας αλλά και τις πολιτικές ή διπλωματικές τους δεσμεύσεις, τη γνωστή παγκοσμίως πολιτική αργκό της γενικολογίας, των δηλώσεων δηλαδή με μια αόριστη αναφορά υπέρ της κοινωνίας, που δεν έχει όμως ποτέ ταξικό πρόσημο. Πρόκειται για τη διεθνή φρασεολογία που καθιέρωσε η σοσιαλδημοκρατία. «Η καρδιά του προβλήματος είναι η υπόκλιση των πολιτικών στις αγορές, που διαλύει τις κοινωνίες. Πρέπει να ακούμε τους λαούς μας και όχι τις αγορές», είπε για παράδειγμα σε ένα έξοχο παράδειγμα του ρητορικού αυτού μοντέλου, ο αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας της Αργεντινής, Αρμάνδο Μπουντού μπροστά στην ελληνική αντιπροσωπία. Ανταποκρινόμενος ο Αλέξης Τσίπρας απάντησε σε ανάλογο ύφος και περιεχόμενο δείχνοντας ποιο πρότυπο ακολουθεί πιστά. Μάλιστα, ο λατινοαμερικανός συνομιλητής του πρέπει να απόρησε όταν άκουσε τον Αλέξη Τσίπρα να του αναπτύσσει τα πλεονεκτήματα που έχει η συμμετοχή στην …ευρωζώνη: «Δίνει την ευκαιρία να μπλοκαριστεί η λιτότητα πανευρωπαϊκά» είπε για το ευρώ, εξηγώντας μάλιστα ότι «τυχόν κατάρρευση της Ελλάδας θα οδηγήσει σε ντόμινο την ευρωζώνη», συμπεραίνοντας ότι «το μειονέκτημα είναι ταυτόχρονα και το πλεονέκτημά μας».

Ο Αργεντινός Τσε Γκεβάρα πάντως, όταν διετέλεσε υπουργός στις επαναστατικές κυβερνήσεις του Φιντέλ Κάστρο, δεν είχε ανάλογες πολιτικές ή ρητορικές αναστολές, ούτε φυσικά ίδιες ιδέες. Σε μια ραδιοφωνική του διάλεξη είχε πει πως «η πολιτική κυριαρχία και οικονομική ανεξαρτησία συμβαδίζουν». Και εξήγησε: «Μια χώρα που δεν έχει δική της οικονομία και στην οποία εισβάλλουν ξένα κεφαλαία δεν μπορεί να ξεφύγει από την κηδεμονία της χώρας απ’ όπου εξαρτάται», συμπληρώνοντας πως «δεν μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της, αν βρεθεί σε αντίθεση με τα συμφέροντα της χώρας που την εξουσιάζει οικονομικά». Αυτά από τον Γκεβάρα τον Μάρτιο του 1960, σε μια ομιλία που διατηρεί την επικαιρότητά της. Αλλά από αυτά τα Ημερολόγια μοτοσικλέτας που σφράγισαν την ιστορία αυτής της ηπείρου, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν κράτησε τίποτα.

Όπως είπε σε συνέντευξή του ο εκπρόσωπος του κόμματος, Πάνος Σκουρλέτης, «κοινός παρονομαστής» των λαών στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι ο «αγώνας των εργαζομένων ενάντια στις ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ενάντια στις αδηφάγες αγορές, στην κερδοσκοπία των αγορών και αγώνας για περισσότερη δημοκρατία». Στο πολιτικό λεξιλόγιο του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχουν πλέον οι όροι καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός ή μονοπώλιο, κεφάλαιο, εργοδοσία ή επιχειρηματίες, παρά νεοφιλελευθερισμός και αγορές. Αντίπαλο δέος σε αυτό το σύστημα δεν είναι άλλο από την «πραγματική δημοκρατία», μια έννοια λάστιχο. Στο πλαίσιο αυτό, οι δηλώσεις του Δημήτρη Παπαδημούλη, που άλλοτε θα ακούγονταν παράταιρες, σήμερα εντάσσονται απόλυτα στο νέο κλίμα: «Χρειαζόμαστε ηγεσία, σχέδιο, διάθεση σύγκρουσης με τα κακώς κείμενα για να αλλάξουν καταστάσεις», είπε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος στο σταθμό Κόκκινο, αναπτύσσοντας το όραμά του που δεν έχει πολύ φιλόδοξους στόχους, αφού περιορίζεται στο «να γίνει η Ελλάδα μία κανονική, δημοκρατική χώρα στην Ευρώπη, με κράτος δικαίου και ισχυρό κοινωνικό κράτος, που να παράγει περισσότερο πλούτο και να τον μοιράζει δικαιότερα και να κατανέμει τις όποιες θυσίες απαιτούνται, δίκαια στο λαό». Αυτή είναι άραγε η «ανατροπή στην Ελλάδα και μήνυμα στην Ευρώπη», όπως έλεγε το προεκλογικό σύνθημα του κόμματος; Η δίκαιη κατανομή των απαιτούμενων θυσιών;

Σε πρόσφατη έρευνα της Μαρκ για το Έθνος της προηγούμενης Κυριακής, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση για τη μετατόπιση των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Στο σύνολο των ερωτηθέντων, το μεγαλύτερο ποσοστό (34%) συγκεντρώνει η θέση να μετατοπιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ σε πιο κεντρώες θέσεις. Ανάμεσα όμως στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, οι περισσότεροι (38,3%) απαντούν ότι θέλουν το κόμμα τους να εκφράσει πιο ριζοσπαστικές θέσεις. Το ποια κατεύθυνση ακολουθεί η ηγεσία του κόμματος, είναι πλέον οφθαλμοφανές.

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 30-12-2012)

Επικύρωση δεξιάς στροφής με Τσίπρα στο τιμόνι η Συνδιάσκεψη

486931_517379014947052_578468309_nO Συνασπισμός πέθανε, ζήτω ο ΣΥΡΙΖΑ! Τα λόγια του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα προχθές Παρασκευή, καθώς προλόγιζε το νέο βιβλίο του Γιάννη Μπαλάφα, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας για το συμπέρασμα που βγάζει η Κουμουνδούρου από τη Συνδιάσκεψη που έληξε την περασμένη Κυριακή: Ο Συνασπισμός «κλείνει τον κύκλο του, αφήνοντας στη θέση του τον ΣΥΡΙΖΑ του 27% που σύντομα θα κληθεί με τη στήριξη της πλειοψηφίας του λαού μας να κυβερνήσει τον τόπο», είπε ο Αλέξης Τσίπρας, για ένα βιβλίο που ο τίτλος του και μόνο φανερώνει μια αίσθηση τελικής δικαίωσης: 20 χρόνια χρειάστηκαν, γράφει στο εξώφυλλο το ανανεωτικό στέλεχος (εκδόσεις Νήσος) δίνοντας ένα πλήρες χρονικό του Συνασπισμού από την εποχή της διάσπασης με το ΚΚΕ μέχρι το περασμένο Σαββατοκύριακο. Και πράγματι, οι εργασίες στο ΣΕΦ το τριήμερο των εργασιών της Συνδιάσκεψης αποτύπωσαν ένα νέο συσχετισμό και σφράγισαν τη δεξιά αναβάπτιση του κόμματος της Κουμουνδούρου, από την παράταξη των κινημάτων, του άρθρου 16 και της γενιάς του Δεκέμβρη που διαμόρφωσε ο Αλέκος Αλαβάνος, στον φορέα της κυβερνητικής διαχείρισης.

Παρά τις δηλώσεις της Αριστερής Πλατφόρμας για ενότητα, το σώμα διχάστηκε πάνω σε στρατηγικής σημασίας ζητήματα

Αν ξεχώρισαν τρία ουσιαστικά θέματα από τη Συνδιάσκεψη, αυτά είναι πρώτον, η επικύρωση της κυριαρχίας του Αλέξη Τσίπρα επί του νέου κόμματος, δεύτερον, η άρνηση της Αριστερής Πλατφόρμας να αποτελέσει εσωκομματική αντιπολίτευση και τρίτον, η καταψήφιση από το Σώμα των δύο βασικών τροπολογιών που κατέθεσε η Πλατφόρμα για τις συμμαχίες στην Αριστερά και το ζήτημα του χρέους.

Η επιλογή του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος να θέσει υποψηφιότητα με σταυρό για το νέο κεντρικό όργανο του κόμματος, αρνούμενος την αριστίνδην τοποθέτησή του, ναι μεν επιβεβαίωσε την αντισυμβατική τόλμη του Αλέξη Τσίπρα, παράλληλα όμως φανέρωσε και την χαρακτηριστικά παραδοσιακή πάλη μηχανισμών που έδωσε τον τόνο στην εκλογική μάχη. Ο πρόεδρος του κόμματος συγκέντρωσε τελικά 2.096 σταυρούς στο σύνολο των 2.879 έγκυρων ψηφοδελτίων, δηλαδή συγκέντρωσε το 73% των ψήφων. Παρόλ’ αυτά, τέθηκε ατύπως επικεφαλής της μίας εκ των δύο λιστών, εντείνοντας την περιχαράκωση. Η εντός σταδίου διαπραγμάτευση, μετά από πρόταση της Αριστερής Πλατφόρμας κατέληξε στην πρωτότυπη απόφαση να υπάρχει ένα φύλλο ψηφοδελτίου με δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα στις λίστες με σταυροδοσία σε «αντίπαλους» υποψηφίους.

Απέφυγε ο Αλέξης Τσίπρας να διευκρινίσει για πότε προγραμματίζεται η ανάκαμψη των εισοδημάτων, τονίζοντας μόνο ότι είναι υπέρ των ιδιωτικών επενδύσεων

Η εντυπωσιακή επικράτηση Τσίπρα αποτελεί στην πραγματικότητα επικύρωση των πεπραγμένων της ηγεσίας του κόμματος, ένα σύνολο από σοβαρές πολιτικές αποφάσεις, που σύμφωνα με πολλούς συνιστούν στροφή του κόμματος, αλλά και «λευκή επιταγή» στην ηγετική ομάδα για το μέλλον. Μία μέρα αφότου έγιναν γνωστά τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, την Τρίτη, ο Αλέξης Τσίπρας μιλώντας στο 23ο Συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου ανέλυσε επί μακρόν πλευρές της οικονομικής πολιτικής που θα ασκήσει μία πιθανή κυβέρνηση υπό την ηγεσία του, οι οποίες ουδόλως αναλύθηκαν εντός του ΣΕΦ το τριήμερο των εσωκομματικών διαδικασιών: «Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας», είπε, «σημαίνει και δυνατότητα αποπληρωμής μελλοντικά σημαντικού μέρους των χρημάτων που έχουν δανείσει στην Ελλάδα, γι’ αυτό ζητάμε χρόνο», τόνισε, δίνοντας άλλο χρώμα στη φύση της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές που επισήμως υπόσχεται. «Πρέπει να τερματιστούν τα μνημόνια και η λιτότητα» υπογράμμισε ακόμα, συμπληρώνοντας όμως ότι στόχος είναι «να αρχίσει η σταθεροποίηση και η σταδιακή, σε βάθος χρόνου, ανάκαμψη των εισοδημάτων», αποφεύγοντας να προσδιορίσει αυτό το «βάθος» και περιοριζόμενος να υποσχεθεί την επιστροφή του βασικού μισθού στο μνημονιακό «επίπεδο της 31ης Δεκεμβρίου 2011», δηλαδή τα 751,39 ευρώ μικτά ή 621,9 ευρώ καθαρά. Στην ίδια ομιλία ανέλυσε ότι το κόμμα του κομίζει «την τεχνογνωσία της πλουραλιστικής οικονομίας», όπου «ο δημόσιος, ο ιδιωτικός και ο κοινωνικός (;) τομέας θα λειτουργούν συμπληρωματικά, θα συμπράττουν με όρους αμοιβαίου και κοινωνικού συμφέροντος», για να δώσει έμφαση στη φράση: «Είμαστε υπέρ των παραγωγικών ιδιωτικών επενδύσεων».

Μια διαφορετική φυσιογνωμία από την παραπάνω θέλησε να εκφράσει η Αριστερή Πλατφόρμα που μορφοποιήθηκε από από το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, τη ΔΕΑ, την πλειοψηφία του Κόκκινου, την ΑΠΟ, την Πρωτοβουλία για έναν Επαναστατικό ΣΥΡΙΖΑ (περιοδικό Μαρξιστική Φωνή) και την Αριστερή Ανασύνθεση του Συνασπισμού. Στο κεντρικό όργανο η Αριστερή Πλατφόρμα κατέγραψε 25,71% (με 695 ψήφους) και εξέλεξε 58 μέλη, έναντι ποσοστού 74,2% (με 2.008 ψήφους) και 168 εδρών που κατέγραψε το ανταγωνιστικό Ενιαίο Ψηφοδέλτιο. Αρκετοί μίλησαν για τη γέννηση μιας νέας αριστερής εσωκομματικής αντιπολίτευσης ως αντίβαρο στη γραμμή της ηγεσίας, κάτι όμως που στελέχη της πλατφόρμας αποκρούουν κατηγορηματικά: «Κάτι τέτοιο», τόνισε στέλεχος του Αριστερού Ρεύματος, «δεν αποδίδει τον αγωνιστικό, υπεύθυνο, ενωτικό και εποικοδομητικό ρόλο τόσο του Αριστερού Ρεύματος όσο και της Αριστερής Πλατφόρμας, που επιδιώκουν την ενότητα και την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ συνολικά και ειδικότερα σε κρίσιμα θέματα». Όπως έγραψε ο Βασίλης Πριμηκήρης, στέλεχος του Ρεύματος, «σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε η τάση θεσμοθέτησης της οποιασδήποτε εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Αυτό που έμπαινε και μπήκε από το Αριστερό Ρεύμα, ήταν το δικαίωμα στη διαφορετική έκφραση και στη δυνατότητα καταγραφής της». Από τις σαφείς αυτές δηλώσεις προκύπτει το συμπέρασμα ότι αντίλογος στις επιλογές της ηγεσίας δεν θα αρθρωθεί, παρά σε επίπεδο «αστερίσκων» στις αποφάσεις ή και δηλώσεων στον Τύπο. Άλλωστε, αρκετούς ξένισε το γεγονός ότι η συσπείρωση των αριστερών τάσεων του ΣΥΡΙΖΑ εντός της «πλατφόρμας» δεν έπεισε τη μαοϊκών καταβολών Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας, που τελικώς συντάχθηκε με τη λίστα Τσίπρα.

Παρά τις δηλώσεις κομματικής νομιμοφροσύνης, γεγονός παραμένει ότι το σώμα της Συνδιάσκεψης διχάστηκε σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας, όπως αυτό του χρέους και της ευρωπαϊκής προοπτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχικές τροπολογίες που κατέθεσε το Αριστερό Ρεύμα εμπλουτίστηκαν με σημαντικά ριζοσπαστικότερες διατυπώσεις, μετά την είσοδο των υπόλοιπων συνιστωσών στην πλατφόρμα. «Στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις (σ.σ. με τους δανειστές) δεν καρποφορήσουν σε εύλογο χρονικό διάστημα, τότε η κυβέρνηση της Αριστεράς θα διαγράψει μονομερώς το χρέος, ως πράξη ευθύνης και προϋπόθεση για να ανασάνει η χώρα», ήταν για παράδειγμα μια χαρακτηριστική προσθήκη στη σχετική τροπολογία, που συνέχιζε: «Τόσο η ευρωζώνη, όσο και η ίδια η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζονται και δεν επαναθεμελιώνονται, αλλά μόνον ανατρέπονται». Η τροπολογία αυτή που συγκέντρωνε την αντιΕΕ κριτική των δυνάμεων στον ΣΥΡΙΖΑ και τασσόταν υπέρ μιας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του χρέους, καταψηφίστηκε οριακά, σε σημείο που το προεδρείο υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε δεύτερη ψηφοφορία η οποία γινόταν με ανάταση χειρός. Το ερώτημα πώς γίνεται να καταγράφεται διχογνωμία σε ένα τέτοιο κεντρικό θέμα, αλλά η ενότητα να διαφυλάσσεται ως κόρην οφθαλμού, μένει μετέωρο.

Η απόρριψη των τροπολογιών της Αριστερής Πλατφόρμας ήταν περισσότερο εύγλωττη από μια υποθετική χλιαρή υιοθέτησή τους

Σημαδιακό ήταν και το γεγονός ότι απορρίφθηκε η δεύτερη τροπολογία για τη συμπαράταξη της Αριστεράς που συγκέντρωσε λιγότερες ψήφους, περίπου το ένα τρίτο του σώματος. Στο κείμενο αυτό που καταψηφίστηκε τονιζόταν ότι «η υπόθεση της κοινής δράσης, της συνεργασίας και της συμπαράταξης όλων των δυνάμεων της Αριστεράς και πρώτα απ’ όλα του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΥΣΥΑ, δεν είναι μια υπόθεση απλών εκφωνήσεων και επικοινωνιακών τεχνασμάτων αλλά κεντρικής πολιτικής», ενώ ως προς την κυβέρνηση της Αριστεράς διασαφηνιζόταν ότι αυτή «θα προωθεί και θα στηρίζεται σε ένα μεγάλο ενωτικό ταξικό εργατικό – λαϊκό κίνημα και όχι μια κυβέρνηση της κεντροαριστεράς ή της κεντρο-αριστερο-δεξιάς». Σε περιπτώσεις όπως οι παραπάνω, η απόρριψη μιας πολιτικής θέσης είναι περισσότερο εύγλωττη από μια χλιαρή υιοθέτησή της.

«Δεν θα χάσουμε την ψυχή μας, εμείς δεν θα προδώσουμε ποτέ τις ελπίδες και τις προσδοκίες του λαού μας», διαβεβαίωσε στην ομιλία του ενώπιον των περίπου 3.000 συνέδρων ο Αλέξης Τσίπρας, ενώ στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας, μετά το πέρας της διαδικασίας εύχονταν ο νέος ΣΥΡΙΖΑ «να αποφύγει τις κακοτοπιές της αναδίπλωσης και ενδεχόμενης διολίσθησης στην κατεύθυνση των προδιαγραφών του συστήματος».

Αρκετοί κοιτάζουν το προγραμματισμένο Συνέδριο του κόμματος ως νέο πεδίο πολιτικής διαπάλης, ωστόσο η πορεία του σκάφους φαίνεται σήμερα όσο ποτέ «κλειδωμένη».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 9-12-2012)

Συνιστώσες και γραμμή εις σάρκα μίαν, τη δεξιότερη

801_517378394947114_1338075849_n (1)Με οργανωτικούς κυρίως και περιορισμένους πολιτικούς στόχους ξεκίνησε την Παρασκευή η συνδιάσκεψη ενοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Πάνω από 3.000 αντιπρόσωποι οι οποίοι εκλέχθηκαν με μέτρο 1 προς 10 παρακολουθούν τις εργασίες που θα καταλήξουν σήμερα σε ψήφιση της διακήρυξης του νέου φορέα και την εκλογή κεντρικού οργάνου. Ο ενθουσιασμός για την εντυπωσιακή -αν και όχι στα επίπεδα που αναμένονταν- πύκνωση των γραμμών του ΣΥΡΙΖΑ κυριάρχησε, με το κεντρικό μήνυμα της Συνδιάσκεψης, πίσω από τις γραμμές, να είναι διπλό: Πρώτον, ενίσχυση της τάσης για εκλογική πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ και της εικόνας του Αλέξη Τσίπρα ως «πρωθυπουργήσιμου» και δεύτερον, αποδόμηση της εικόνας του κόμματος ως συνόλου αντιτιθέμενων απόψεων.

Η μόνη λιτή αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό πρόγραμμα κατά της εισηγητική του ομιλία, έκανε λόγο για «καταγγελία του μνημονίου»

Ακροθιγώς αναλύθηκαν στο διάστημα που προηγήθηκε από άρθρα διαλόγου στελεχών τα κύρια ζητήματα της συγκυρίας, δηλαδή το χρέος, το μέλλον της ευρωζώνης και η θέση της χώρας σε αυτήν, το «σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης» και οι δυσκολίες του. Χαρακτηριστικά, η γαλλική αριστερή εφημερίδα Ουμανιτέ ρώτησε τη Ρένα Δούρου την Παρασκευή το αυτονόητο: «Το ερώτημα της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα τεθεί κατά την πανελλαδική συνδιάσκεψη; Ποιες απαντήσεις θα δοθούν;». Η υπεύθυνη εξωτερικής πολιτικής του κόμματος περιορίστηκε να πει πως το κόμμα της «ετοιμάζει ένα αξιόπιστο κυβερνητικό πρόγραμμα που προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμόσουμε την πολιτική μας εντός της ευρωζώνης». Αντίστοιχα, συλλογικό άρθρο στην Αυγή που συνυπέγραψε και ο Γιάννης Μηλιός, υποστήριζε αφοριστικά πως η συζήτηση για έξοδο από το ευρώ γίνεται από τη σκοπιά «επίδοξων διαχειριστών της κατάστασης, που ψάχνουν στα τυφλά ταξική συμμαχία με το ελληνικό κεφάλαιο «ενάντια στους ξένους»».

Στην εισηγητική του ομιλία το βράδυ της Παρασκευής, ο Αλέξης Τσίπρας απέφυγε κάθε τέτοιο σημείο και υπερέβαλε εαυτόν σε λυρικές αναφορές για την ιστορία της Αριστεράς που έκαναν πολλούς να μιλήσουν για την «πιο αριστερή του ομιλία», από την οποία όμως απουσίαζε κάθε αναφορά στα φλέγοντα ζητήματα: Το ευρώ, την κατάργηση του Μνημονίου (μίλησε περιέργως για …«καταγγελία»), τις νομοθετικές πρωτοβουλίες, τις διακρατικές σχέσεις, τα εναλλακτικά σχέδια, τα διαπραγματευτικά όπλα. «Μπορούμε να αναλάβουμε την διακυβέρνηση του τόπου», είπε σε αρκετά σημεία και απαντώντας μονολεκτικά στην κριτική που ακούγεται όλο και περισσότερο, τόνισε πως «δεν αντιγράφουμε κομματικά μοντέλα, ούτε καν τα δικά μας, δεν βαδίζουμε στην πεπατημένη».

Στην πραγματικότητα, ο προγραμματισμός και η διεξαγωγή της Συνδιάσκεψης, ως κύριο στόχο φαίνεται να είχε να ανασχεθεί το καταλυτικό επιχείρημα των αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ ότι αποτελεί ένα άθροισμα αντικρουόμενων θέσεων, να τονιστεί με άλλα λόγια όπως το έθεσε ο Δ. Παπαδημούλης ότι το κόμμα αυτό είναι ενιαίο και όχι «ένα ευκαιριακό συνονθύλευμα». Το σημείο αυτό είχε επιλέξει και ο Αντώνης Σαμαράς στην άκομψη επίθεσή του κατά τη συζήτηση του φετινού προϋπολογισμού για να χαρακτηρίσει τον ΣΥΡΙΖΑ «μπουλούκ ασκέρ» που πολιτεύεται ως «κόμμα ασύντακτο, γεμάτο διαιρέσεις». Κάποτε στον Συνασπισμό υποστήριζαν πως η πολυφωνία είναι δύναμη, τώρα όμως η πιθανότητα ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών οδηγεί σε άλλα μέτρα: «Δεν θέτω θέμα να καταργήσουμε τις τάσεις, τα ιδεολογικά ρεύματα κ.λπ. Όμως πρέπει να αποσαφηνιστούν τα όρια της δράσης και της λειτουργίας τους», είπε απειλητικά στην Εποχή της προηγούμενης Κυριακής ο Γιάννης Δραγασάκης και ξεκαθάρισε: «Αν επιτραπεί στις τάσεις να λειτουργούν ως κόμματα εντός του κόμματος, τότε ξεχάστε τα περί Δημοκρατικού Κόμματος ή Κόμματος των Μελών». Πάντως, στο οργανωτικό σχέδιο που προτάθηκε προς ψήφιση, προβλέπεται ότι τα 75 από τα 301 μέλη του νέου Κεντρικού Οργάνου θα ορίζονται από τις συνιστώσες.

Ο δρόμος προς τη Συνδιάσκεψη δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. «Η υποκειμενική μας δυσκολία, και αυτό αποτελεί δυσκολία για όλους, είναι η αποδοχή της συνύπαρξής μας», είπε με ειλικρίνεια η Σοφία Σακοράφα για να υπογραμμίσει αυτοκριτικά πως «κάποιες φορές, η διαδικασία αυτή λειτούργησε με όρους αριθμητικής μικροδιεύρυνσης και με στεγανά». Από στελέχη του Αριστερού Ρεύματος έγινε η κριτική ότι η ανάδειξη αντιπροσώπων έγινε με «διαδικασίες εξπρές» και με τρόπο που «δεν προσέφεραν τον απαραίτητο χρόνο για μελέτη των κειμένων και ένα πιο πλατύ και εκτεταμένο διάλογο». Αφού δόθηκε η σχετική δυνατότητα, παρατηρήθηκε και το φαινόμενο να γράφονται νέα «μέλη» πάνω από την κάλπη για τους αντιπροσώπους, προφανώς ως μέρος προσωπικών μηχανισμών. Στελέχη πάντως προσκείμενα στην ηγεσία της Κουμουνδούρου τόνισαν ότι στις εσωκομματικές αυτές εκλογές «εκδηλώθηκε άλλη μια φορά η λαϊκή αφύπνιση και διαθεσιμότητα που εκφράστηκε όλο το προηγούμενο διάστημα με τους αγώνες του λαού μας στις πλατείες», ενώ έκαναν λόγο για «βαθιά δημοκρατική διαδικασία» και «πρωτοποριακές διαδικασίες».

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 2-12-2012)

Τι χρείαν έχομεν κινήματος;

Πώς καταργείται το Μνημόνιο; Με «μια μαχαιριά στην καρδιά», για να χρησιμοποιήσουμε τις φράσεις του Τζον Χόλογουεϊ στον περίφημο αφορισμό του για τον καπιταλισμό, ή «με ένα εκατομμύριο τσιμπήματα μέλισσας»; Παρόλο που το ιδεολογικό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ επικοινωνεί προνομιακά με τη νεομαρξιστική σκέψη του Χόλογουεϊ και θα περίμενε κανείς να απαντήσει το δεύτερο, η ηγεσία του κόμματος τάσσεται όλο και περισσότερο με την τακτική της «μαχαιριάς». Και αυτή κατά την Κουμουνδούρου δεν είναι άλλη από την «κυβέρνηση της Αριστεράς» ή την «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ», όπως το έθεσε την Τετάρτη στη Βουλή ο Αλέξης Τσίπρας, μια κυβέρνηση στην οποία θα ανατεθεί εργολαβικά το καθήκον της κατεδάφισης του Μνημονίου. Αν είναι όμως αυτή η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ, τότε σε τι χρησιμεύει η λαϊκή κινητοποίηση και οι διαδηλώσεις;

Όταν ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ ρωτήθηκε από τη γερμανική εφημερίδα Ντι Τσάιτ γιατί οι βουλευτές του κατέβηκαν με πανό στη διαδήλωση της Τετάρτης έξω από τη Βουλή, απάντησε πως η κίνηση αυτή «είχε μια συμβολική σημασία», εξηγώντας ότι πρόθεση των βουλευτών ήταν «να σχηματίσουμε μια γέφυρα ανάμεσα στο κοινοβούλιο και στο λαό». Ο υπεύθυνος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Μηλιός εξήγησε περαιτέρω τον ρόλο του λαϊκού παράγοντα σε σχέση με την εντός Βουλής δραστηριότητα, διευκρινίζοντας με ανακοίνωσή του ότι «το κίνημα των εργαζόμενων μαζών» έχει στόχο «να επιβάλλει τη μόνη λύση, την κυβέρνηση της Αριστεράς που θα σταματήσει τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση και θα πάρει επιτέλους μέτρα υπέρ του κόσμου της εργασίας». Αν όμως οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων έχουν μόνο συμβολικό χαρακτήρα ώστε να φανεί η αγανάκτησή τους και αντικειμενικό στόχο να αναθέσουν έπειτα σε μια κυβέρνηση το πολιτικό έργο, τότε τι χρείαν έχομεν κινήματος; Δεν αρκεί να έρθουν γρήγορα οι εκλογές;

Απαντώντας καταφατικά στο παραπάνω ερώτημα, μετά το θόρυβο που προκάλεσε μια αποκομμένη φράση του Παναγιώτη Λαφαζάνη περί ετοιμότητας του ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει, πληθώρα ηγετικών στελεχών υπογραμμίζουν σε έντονο ύφος ότι «ήρθε η ώρα του Αλέξη». Το πολιτικό κλίμα όπως αποτυπώνεται στις τελευταίες δημοσκοπήσεις και συγκεκριμένα στο ερώτημα της παράστασης νίκης, δίνει άλλωστε σαφές προβάδισμα στον ΣΥΡΙΖΑ, με 59% (Public Issue για τον Σκάι). Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξή του στην Ντι Τσάιτ γύρισε το χρόνο πίσω για να τονίσει πως ήταν από καιρό έτοιμος: «Αν δεν είχαν κινήσει θεούς και δαίμονες για να μας αποτρέψουν από την εξουσία, η Ελλάδα δεν θα είχε τώρα ένα νέο Μνημόνιο», είπε στον Γερμανό δημοσιογράφο για τις πρόσφατες εκλογές και συμπέρανε: «Θα ήμασταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτή που είμαστε σήμερα. Η χώρα έχασε μια ευκαιρία. Αλλά σύντομα ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι κυβέρνηση στην Ελλάδα» κατέληξε. Η ψήφος λοιπόν σώζει από το Μνημόνιο; Φτάνει ο λαός να «διορθώσει την ψήφο του», όπως ακούστηκε και παλιότερα;

Η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ στο θεσμικό και από θέσεις κορυφής χαρακτήρα της πολιτικής αλλαγής που προτείνει δημιουργεί ένα σημαντικό ερώτημα που ήδη αντιμετωπίζουν με μεγάλο σκεπτικισμό στην Κουμουνδούρου: Το πρόβλημα της μη αυτοδυναμίας σε μια πιθανή εκλογική νίκη. «Εμείς θα διεκδικήσουμε στις επόμενες εκλογές, που εκτιμώ ότι δεν θα αργήσουν, τη μέγιστη δυνατή δύναμη αλλά θα επιδιώξουμε και συμμαχίες, με βάση την εντολή του ελληνικού λαού», δήλωσε στον ραδιοφωνικό Σκάι ο Δημήτρης Παπαδημούλης. Ο βουλευτής Β’ Αθήνας είχε βεβαίως τα αντανακλαστικά να απορρίψει τις «μεταγραφές με υλικά κατεδαφίσεως από τα συντρίμμια του πάλαι ποτέ δικομματικού συστήματος» και να ρίξει «πόρτα» στον Μίμη Ανδρουλάκη («ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε») που έκανε μια σχετική νύξη μετά την ανεξαρτητοποίησή του, όμως κανείς δεν διευκρινίζει τον ορίζοντα των πιθανών συμμάχων, που για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι και μεγάλος αν εξαιρέσει κανείς τον παλιό δικομματισμό. «Μπορεί να υπάρξουν και άλλα σχήματα, εδώ καταρρέει το σύμπαν εντός του μνημονιακού χώρου», είπε με χαρακτηριστική αοριστία ο Πάνος Σκουρλέτης μιλώντας στο Μέγκα, όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο πλειοψηφίας αλλά όχι αυτοδυναμίας του κόμματος. Πάντως, τα μοναδικά σημερινά σχήματα που αποτελούν πιθανούς κυβερνητικούς εταίρους σε μια κυβέρνηση «με κορμό» τον ΣΥΡΙΖΑ είναι η μνημονιακή ΔΗΜΑΡ και οι δεξιοί αλλά αντιμνημονιακοί Ανεξάρτητοι Έλληνες του Πάνου Καμμένου. Αυτή είναι η «γενιά της ανατροπής»;

(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 11-11-2012)